Γκρας: οπισθογεμές ντουφέκι παλαιού τύπου . Χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό , κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου
Συνέχεια »Γκρας
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρας: οπισθογεμές ντουφέκι παλαιού τύπου . Χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό , κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρέκα: διακοσμητικό σχήμα μαιάνδρου.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρενά : η κόκκινη απόχρωση του εσωτερικού του ροδιού.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρο : ύφασμα από βαρύ μετάξι.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκέλα : Στο τάβλι, σημαίνει η κακή ζαριά κατά την οποία ο παίκτης φέρνει αριθμούς που αντιστοιχούν σε θέσεις κατειλημμένες από τα πούλια του αντιπάλου .Συχνότερα σημαίνει κάθε είδους αποτυχία ή αναποδιά.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκροπλάν : η σκηνοθετική τεχνική λήψεως εικόνας από κοντινή απόσταση και εστιάσεως σε λεπτομέρεια ή τμήμα γενικότερου πλάνου.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκέμι : το χαλινάρι για τη συγκράτηση κα καθοδήγηση του αλόγου.
Συνέχεια »11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρόσο μόντο: σε γενικές γραμμές , χωρίς αναφορά σε λεπτομέρειες.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιούκος: στοίβα από σεντόνια , κουβέρτες , στρώματα , παπλώματα κ.λπ.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιούλι : ο μενεξές.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιούργια : η έφοδος , η επίθεση .
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιουρούσι: σφοδρή έφοδος , βίαιη εφόρμηση.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιούσουρι: το μαύρο κοράλλι.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιοφύλλι: η αγριοβιολέτα .
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκάγκαρο: βαρύ ξύλο κρεμασμένο με σχοινί πίσω από την αυλόπορτα , ώστε να την κλείνει αυτόματα με το βάρος του.
Συνέχεια »24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκαζοζέν: μικρό αυτοκίνητο , κινούμενο κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο με συσκευή παραγωγής αερίων . Κατά επέκταση , κάθε μικρό , παλιό και γενικά δυσκίνητο αυτοκίνητο .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο