Βεντετισμός : υπεροπτική και αυτάρεσκη νοοτροπία και συμπεριφορά
Συνέχεια »ΒΕΛΕΝΤΖΑ
Βελέντζα : βαρύ μάλλινο κλινοσκέπασμα
Συνέχεια »ΒΕΔΕΣ
Βέδες : θρησκευτικά κείμενα που συνετέθηκαν στην Ινδία στη σανσκριτική γλώσσα κατά τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. και περιλαμβάνουν τέσσερεις συλλογές λειτουργικού περιεχομένου και τρία υπομνήματα των συλλογών
Συνέχεια »ΒΕΛΗΝΕΚΕΣ
Βεληνεκές : η απόσταση από το σημείο βολής ως το σημείο πτώσεως του βλήματος πυροβόλου όπλου
Συνέχεια »ΒΕΔΙΣΜΟΣ
Βεδισμός : η θρησκεία των Ινδών μέχρι την επικράτηση του βραχμανισμού , κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η πίστη και ότι η λύτρωση επιτυγχάνεται δια των έργων και όχι λόγου χάρη μέσω της γνώσεως .
Συνέχεια »ΒΕΛΟ
Βέλο : λεπτό δικτυωτό ύφασμα που καλύπτει τα γυναικεία καπέλα ή και μέρος από το πρόσωπο
Συνέχεια »ΒΕΔΟΥΙΝΟΣ
Βεδουίνος : κάθε μέλος των νομαδικών πληθυσμών που περιπλανώνται στις ερήμους της Μέσης Ανατολής και της Β. Αφρικής
Συνέχεια »ΒΕΛΟΥΧΙ
Βελούχι : πηγή με άφθονο νερό ή εγκατάσταση κοντά σε πηγή ή ποτάμι
Συνέχεια »ΒΕΛΑΔΑ
Βελάδα : επίσημο ανδρικό μαύρο ένδυμα , παρόμοιο με το φράκο
Συνέχεια »ΒΑΡΒΑΤΕΥΩ
Βαρβατεύω : καταλαμβάνομαι από γενετήσια ορμή ( για τα ζώα ) .
Συνέχεια »ΒΑΤΤΑΡΙΖΩ
Βατταρίζω : μιλώ έχοντας κακή άρθρωση , τραυλίζω . Μεταφορικά μιλάω σαν μωρό .
Συνέχεια »ΒΑΡΔΙΑΝΟΣ
Βαρδιάνος : ο σκοπός , ο φρουρός .
Συνέχεια »ΒΑΤΤΟΛΟΓΩ
Βαττολογώ: μιλώ ακατάσχετα , αναμασώ τα ίδια και τα ίδια , χωρίς να αναφέρω κάτι ουσιαστικό και χρήσιμο .
Συνέχεια »ΒΑΡΕΛΟΦΡΩΝ
Βαρελόφρων : πρόσωπο που του αρέσει πολύ το ποτό . Ο μπεκρής .
Συνέχεια »ΒΑΥΚΑΛΙΖΩ
Βαυκαλίζω : εξαπατώ , παρασύρω σε σφαλερό δρόμο .
Συνέχεια »ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
Βαρκαρόλα : ρομαντικό τραγούδι βαρκάρη ( κυρίως βενετσιάνου γονδολιέρη ) , το οποίο συνοδεύει τη βόλτα με βάρκα .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο