Βασκαντήρα : το φυλακτό που θεωρείται ότι αποτρέπει τη βασκανία .
Συνέχεια »ΒΑΣΤΑΖΟΣ
Βαστάζος : ο εργάτης ( συχνά ιθαγενής αχθοφόρος σε εξερευνητικές αποστολές ) που μεταφέρει αποσκευές , φορτίο .
Συνέχεια »ΒΑΤΕΥΩ
Βατεύω : ( για αρσενικό ζώο ) συνευρίσκομαι σεξουαλικά με θηλυκό ζώο .
Συνέχεια »ΒΑΤΙΣΤΑ
Βατίστα : το λεπτό λινό ύφασμα με πυκνή ύφανση .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΑ
Βατσίνα : ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς . Η ουλή που μένει στο σημείο όπου έγινε εμβόλιο ευλογιάς .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΙΑ
Βατσινιά : η βάτος . Η έκταση που είναι γεμάτη από βάτους .
Συνέχεια »ΒΑΤΣΙΝΟ
Βάτσινο : ο καρπός που παράγει η βάτος , το βατόμουρο .
Συνέχεια »ΒΑΡΒΑΤΕΥΩ
Βαρβατεύω : καταλαμβάνομαι από γενετήσια ορμή ( για τα ζώα ) .
Συνέχεια »ΒΑΤΤΑΡΙΖΩ
Βατταρίζω : μιλώ έχοντας κακή άρθρωση , τραυλίζω . Μεταφορικά μιλάω σαν μωρό .
Συνέχεια »ΒΑΡΔΙΑΝΟΣ
Βαρδιάνος : ο σκοπός , ο φρουρός .
Συνέχεια »ΒΑΤΤΟΛΟΓΩ
Βαττολογώ: μιλώ ακατάσχετα , αναμασώ τα ίδια και τα ίδια , χωρίς να αναφέρω κάτι ουσιαστικό και χρήσιμο .
Συνέχεια »ΒΑΡΕΛΟΦΡΩΝ
Βαρελόφρων : πρόσωπο που του αρέσει πολύ το ποτό . Ο μπεκρής .
Συνέχεια »ΒΑΥΚΑΛΙΖΩ
Βαυκαλίζω : εξαπατώ , παρασύρω σε σφαλερό δρόμο .
Συνέχεια »ΒΑΓΕΝΑΣ
Βαγενάς : αυτός που κατασκευάζει βαγένια , βαρέλια . Ο βαρελάς .
Συνέχεια »ΒΑΓΕΝΙ
Βαγένι : το βαρέλι .
Συνέχεια »ΒΑΓΙΑ
Βάγια (η) : η γυναίκα που φροντίζει και μεγαλώνει τα παιδιά , η νταντά , η παραμάννα . Γενικότερα , η υπηρέτρια .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο