Αψιλιά ή αψιλία : η έλλειψη χρημάτων , το να είναι κανείς αδέκαρος .
Συνέχεια »ΑΧΡΑΝΤΟΣ
Αχραντος : αυτός που δεν έχει υποστεί ηθική μόλυνση .
Συνέχεια »ΑΧΡΕΙΟΛΟΓΩ
Αχρειολογώ : χρησιμοποιώ χυδαία γλώσσα .
Συνέχεια »ΑΧΡΕΙΟΣ
Αχρείος : αυτός που χαρακτηρίζεται από μεγάλη κακία . Αυτός που δεν ενεργεί σύμφωνα με την ηθική .
Συνέχεια »ΑΧΡΕΙΟΣΤΟΜΟΣ
Αχρειόστομος : αυτός που χρησιμοποιεί χυδαίο λεξιλόγιο .
Συνέχεια »ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ
Αφλογιστία : για όπλο, η μη ανάφλεξη του καψαλιού ή της γομόσεως όπλου έτοιμου να πυροδοτήσει παρά την πυροδότηση του αντίστοιχου μηχανισμού . Μεταφορικά , η έλλειψη της αποτελεσματικότητας ή ικανότητας επιτυχίας του στόχου .
Συνέχεια »ΑΦΟΡΜΙΖΩ
Αφορμίζω : δημιουργώ πυώδη φλεγμονή , προκαλώ μόλυνση και ερεθισμό της πληγής .
Συνέχεια »ΑΦΡΟΔΙΣΙΑΣΤΗΣ
Αφροδισιαστής : αυτός που παρουσιάζει έντονη ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις .
Συνέχεια »ΑΦΤΙΑΖΟΜΑΙ
Αφτιάζομαι : στήνω αφτί να ακούσω , ακούω με προσοχή , ακούω τυχαία .
Συνέχεια »ΑΦΕΙΔΗΣ
Αφειδής : αυτός που παρέχεται σε αφθονία ( για μη έμψυχα ).
Συνέχεια »ΑΦΥΗΣ
Αφυής : αυτός που στερείται ευφυΐας , μη ευφυής .
Συνέχεια »ΑΦΕΙΔΩΛΕΥΤΟΣ
Αφειδώλευτος : αυτός που παρέχεται απλόχερα , χωρίς φειδώ.
Συνέχεια »ΑΧΑΡΤΟΣΗΜΑΝΤΟΣ
Αχαρτοσήμαντος : έγγραφο στο οποίο δεν έχει επικολληθεί χαρτόσημο .
Συνέχεια »ΑΦΕΝΤΑΔΙΚΟΣ
Αφεντάδικος : αυτός που αρμόζει σε αφέντη.
Συνέχεια »ΑΧΕΙΜΑΝΤΟΣ
Αχείμαντος : αυτός που δεν ταράζεται από τρικυμία . Συνήθως μεταφορικά , αυτός που δεν έχει δοκιμαστεί από δυστυχίες .
Συνέχεια »ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΣ
Αφερέγγυος : αυτός που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη , τον οποίο δεν μπορεί να να εμπιστευθεί .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο