Αυτόμελο : στην εκκλησιαστική μουσική το τροπάριο που ψάλεται με ξεχωριστό μουσικό τρόπο και χρησιμοποιείται ως πρότυπη μελωδία για άλλα τροπάρια , τα καλούμενα “προσόμοια”.
Συνέχεια »ΑΥΤΟΝΟΜΙΣΤΗΣ
Αυτονομιστής : αυτός που υποστηρίζει ή μάχεται για τηναναγνώριση της αυτονομίας μιας περιοχής .
Συνέχεια »ΑΥΤΟΦΥΗΣ
Αυτοφυής : αυτός που φυτρώνει από μόνος του χωρίς καλλιέργεια .
Συνέχεια »ΑΥΤΟΧΡΗΜΑ
Αυτόχρημα : πραγματικά .
Συνέχεια »ΑΥΧΜΗΡΟΣ
Αυχμηρός : αυτός που έχει μαραθεί , ξεραθεί εντελώς από παρατεινόμενη ανομβρία ή γενικότερη έλλειψη νερού .
Συνέχεια »ΑΥΛΩΝΑΣ
Αυλώνας : η κοιλάδα που μοιάζει με αυλό .
Συνέχεια »ΑΦΑΛΑΤΩΣΗ
Αφαλάτωση : η διαδικασία αφαιρέσεως του αλατιού κυρ. θαλασσινό νερό , ώστε να καταστεί πόσιμο.
Συνέχεια »ΑΥΤΑΝΔΡΟΣ
Αύτανδρος : ( για καταποντισθέντα σκάφη ) με το σύνολο του πληρώματος ή των επιβατών .
Συνέχεια »ΑΦΑΡΠΑΖΩ
Αφαρπάζω : αρπάζω με βίαιο και αιφνιδιαστικό τρόπο , αφαιρώντας τα περιθώρια οποιασδήποτε αντιδράσεως .
Συνέχεια »ΑΥΤΕΠΑΓΓΕΛΤΟΣ
Αυτεπάγγελτος : αυτός που διενεργείται με πρωτοβουλία δικαστικής αρχής χωρίς την υποβολή αιτήματος .
Συνέχεια »ΑΦΑΤΟΣ
Αφατος : αυτός που δεν μπορεί να ειπωθεί , να εκφραστεί με λόγια .
Συνέχεια »ΑΥΤΕΠΙΓΝΩΣΗ
Αυτεπίγνωση : η επίγνωση των χαρακτηριστικών ιδιοτήτων της προσωπικότητάς μας , η εις βάθος γνώση του εαυτού μας , η αυτογνωσία .
Συνέχεια »ΑΦΕΓΓΟΣ
Αφεγγος : αυτός που δεν έχει φέγγος , που δεν φωτίζεται .
Συνέχεια »ΑΤΡΑΠΟΣ
Ατραπός : δύσβατο μονοπάτι , πέρασμα .
Συνέχεια »ΑΤΣΑΛΙΑ
Ατσαλιά : η ακαταστασία , η τσαπατσουλιά . Η αδέξια και άχαρη πράξη .
Συνέχεια »ΑΤΤΙΚΑΡΧΗΣ
Αττικάρχης : ο διοικητής των αστυνομικών διευθύνσεων Αττικής .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο