Αήθης : αυτός που στερείται ήθους .
Συνέχεια »ΑΗΘΗΣ
29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αήθης : αυτός που στερείται ήθους .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθλοθέτης : το πρόσωπο που καθιερώνει ή διαθέτει τα έπαθλα για τους νικητές αγώνων και διαγωνισμών .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθρόος : αυτός που εμφανίζεται κατά σωρούς , σε αφθονία .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθυμία : η έλλειψη καλής διάθεσης . Η απουσία συναισθημάτων , η παθολογική απάθεια ως σύμπτωμα διαφόρων ψυχικών ασθενειών .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Άθυρμα : αυτό με το οποίο παίζει κανείς , το παιχνίδι .Μεταφορικά ο άνθρωπος που χρησιμοποιείται σαν παιχνίδι στα χέρια των άλλων , που άγεται και φέρεται , που δεν διαθέτει δική του βούληση .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αίγαγρος : ζώο που μοιάζει με την κατοικίδια κατσίκα και ζει σε ψηλά και απόκρημνα βουνά .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιδημοσύνη : η στάση και η ιδιότητα ανθρώπου που συμπεριφέρεται με αυτοσυγκράτηση και αξιοπρέπεια , φροντίζοντας να μην προσβάλλει τους άλλους , να μην παρεκτρέπεται παραβαίνοντας τις κοινωνικές και ηθικές επιταγές .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιθρία : η ανέφελη και διαυγής ατμόσφαιρα , ο ξάστερος ουρανός .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αίθριο : κάθε εσωτερική αυλή ή προαύλιο μεγάλου κτηρίου ( ξενοδοχείου , συγκροτήματος ,γραφείων , εμπορικού κέντρου κ.λπ.) , που καλύπτεται από γυάλινο σκέπαστρο , ώστε να έχει φυσικό εσωτερικό φωτισμό .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερόλιθος: Μετεωρίτης που αποτελείται από πετρώδη ύλη .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιμασιά : η περίφραξη ανοικοδόμητου χώρου , αποτελούμενη κυρίως από λίθους χωρίς συγκολλητικό αρμό και ασβέστη . Γενικότερα οποιαδήποτε μορφή περίφραξης χώρου , χτιστή ή φυσικά διαμορφωμένη , λ.χ. από θάμνους ή κλαδιά .
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αερονομία : στη μετεωρολογία είναι η επιστημονική μελέτη των φυσικών και χημικών φαινομένων τμήματος της ανώτερης ατμόσφαιρας και της εξώσφαιρας . Επίσης είναι και η μονάδα της Πολεμικής αεροπορίας που επιβλέπει την τήρηση της τάξης και της πειθαρχίας του προσωπικού …
Συνέχεια »29 Δεκεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αίνος : λόγος που αποδίδει τιμή , δόξα , συνήθως στον Θεό .
Συνέχεια »28 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Ακηδία: η έλλειψη φροντίδας και ενδιαφέροντος , αδιαφορία.
Συνέχεια »28 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Ακαταίσχυντος : αυτός που δεν έχει ντροπιαστεί .
Συνέχεια »28 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Ακαλάιστος : αυτός που δεν έχει κασσιτερωθεί , δεν έχει γανωθεί .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο