Αήθης : Αυτός που στερείται ήθους .
Συνέχεια »ΑΗΘΗΣ
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Προσπάθεια δημιουργίας ένος λεξικού με λέξεις και έννοιες που συχνά χρησιμοποιούμε άλλα δεν γνωρίζουμε την ακριβή τους σημασία.
11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αήθης : Αυτός που στερείται ήθους .
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθρεψία : η ανεπαρκής λήψη τροφής , υποσιτισμός . Στην ιατρική είναι βαριά η μορφή της βρεφικής δυστροφίας .
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αθρόος : αυτός που εμφανίζεται κατά σωρούς , σε αφθονία .
Συνέχεια »11 Νοεμβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αιγιαλός : η ζώνη της ξηράς που περιβάλλει τη θάλασσα και βρέχεται από το μεγαλύτερο αλλά συνηθισμένο ανέβασμα των κυμάτων .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδρός : αυτός που χαρακτηρίζεται από μεγάλο μέγεθος , από επάρκεια .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αειπάρθενος : αυτή που διατηρεί την παρθενική αγνότητα σε όλη τη διάρκεια της ζωής ( ως προσφώνηση της Παναγίας ).
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αείποτε : πάντοτε , διαρκώς … ανέκαθεν , από πάντα , από παλιά .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αειφανής : αυτός που είναι πάντοτε ορατός .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αειφορία : η βασική αρχή της δασοπονίας , που αποσκοπεί στην απόδοση του ίδιου ποσού δασικών προϊόντων ετησίως ή κατά περιόδους .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αείφυλλος : αυτός που διατηρεί πάντοτε το φύλλωμά του .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεράγημα : το στρατιωτικό άγημα που μεταφέρεται με αεροπλάνο ή ελικόπτερο .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεράκατος : σκάφος μικρού βυθίσματος που προωθείται με έλικα και διευθύνεται με πηδάλιο αεροσκάφους .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεργία : το να μην εργάζεται κανείς με προσωπική του επιλογή ( κυρίως από τεμπελιά ).
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεριόφως : το φως που παράγεται από φωταέριο .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αεροβάμων : αυτός που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας .
Συνέχεια »13 Οκτωβρίου, 2003Ελληνικό Λεξικό
Αδολεσχία : η υπερβολική σε μάκρος , φλύαρη και κουραστική ομιλία .
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο