Βαρβαριστί : (επίρρημα) σε ξένη γλώσσα : του απάντησε βαρβαριστί . Με τρόπο που παραβιάζει τους γραμματικούς κανόνες ή την αισθητική της γλώσσας .
admin 31 Αυγούστου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Βαρβαριστί : (επίρρημα) σε ξένη γλώσσα : του απάντησε βαρβαριστί . Με τρόπο που παραβιάζει τους γραμματικούς κανόνες ή την αισθητική της γλώσσας .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο