Παταρά (η) = μπάτσος, σφαλιάρα
Συνέχεια »Παταρά
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Προσπάθεια δημιουργίας ενός κοζανητικού λεξικού με φράσεις και λέξεις από την όμορφη Κοζάνη.
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παταρά (η) = μπάτσος, σφαλιάρα
Συνέχεια »10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πέρπιρας (ο) = πεταλούδα.
Συνέχεια »10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παστός (ο) = χοιρινό λίπος
Συνέχεια »10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πάλιαγκας (ο) = αράχνη
Συνέχεια »10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πιτλίδες (οι) = κοζανίτικοι λουκουμάδες αλλα πλατύτεροι και μεγαλύτεροι, πασπαλισμένοι με μπόλικη ζάχαρη
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιαρίζου (ρημ.) = καθαρίζω το χιόνι με το φτυάρι
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξικουπή (εκφραση) «τόχου ξικουπή» κάτι που συνηθίζω και πραγματοποιώ σε τακτή ημερομηνία απο ανάγκη, υποχρέωση, συνήθεια ή τάμα.
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξικλίαζου (ρημ.) = προκαλώ σε κάποιον κακέντρεχη, ευχαρίστηση με το δικό μου πάθημα.
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξινουμίζου (ρημ.) = εξοντόνω, σκοτώνω
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιγαργαλίζου (ρημ.) = ξελαγαρίζω, λευκαίνω τα ρούχα με έντονο πλύσιμο
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ορίζου (ρημ.) = κατέχω, κυβερνώ, αισθάνομαι ενα μέρος του σώματος
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ούτσαν = ταίργιασαν, συμφώνησαν
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ούδι έτσ’ απόμνιν (εκφραση) = έμεινε άφωνος, εντυπωσιάστηκε σε μεγάλο βαθμό
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ουρμινεύου (ρημ.) = συμβουλεύω, παιδαγωγώ
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πιαλώ (ρημ.) = τρέχω. Προέρχεται απο το αρχαίο «πιλαλώ : τρέχω»
Συνέχεια »24 Φεβρουαρίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ξιδιαλέγου (ρημ.) = επιλέγω, ξεχωρίζω
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο