Πιλιγόδους (ο) = κουλούρα απο χοντρό και σπειροειδώς τυλιγμένο πανί που την έβαζαν στο κεφάλι για να στηρίζει το σινί
Συνέχεια »Πέτ’νους
Πέτ’νους (ο) = κόκορας
Συνέχεια »Παπ’χάτ’
Παπ’χάτ’ = από κάτω
Συνέχεια »Πραχαλνώ
Πραχαλνώ (ρημ.) = τρώω, καταβροχθίζω
Συνέχεια »Πουλιμώ
Πουλιμώ (ρημ.) = πετάω κάτι μακριά
Συνέχεια »Ξαστουχνώ
Ξαστουχνώ (ρημ.) = ξεχνιέμαι
Συνέχεια »Παραχώνου
Παραχώνου (ρημ.) = θάβω
Συνέχεια »Ξιάγκλια
Ξιάγκλια (γυν. ονομα) = Αλεξάνδρα
Συνέχεια »Πατσ’ά
Πατσ’ά (η) = πατημασιά
Συνέχεια »Ξιάφ’
Ξιάφ’ (επιρ.) = ξυνό
Συνέχεια »Πασβάν’τς
Πασβάν’τς (ο) = ο Τούρκος χωροφύλακας
Συνέχεια »Ξυλέϊν΄ους
Ξυλέϊν΄ους (επιθ.) = ακαλλιέργητος
Συνέχεια »Ξικώ
Ξικώ (ρημ.) = ξεσκίζω
Συνέχεια »Ξιαρίζου
Ξιαρίζου (ρημ.) = καθαρίζω το χιόνι με το φτυάρι
Συνέχεια »Ξικουπή
Ξικουπή (εκφραση) «τόχου ξικουπή» κάτι που συνηθίζω και πραγματοποιώ σε τακτή ημερομηνία απο ανάγκη, υποχρέωση, συνήθεια ή τάμα.
Συνέχεια »Ξικλίαζου
Ξικλίαζου (ρημ.) = προκαλώ σε κάποιον κακέντρεχη, ευχαρίστηση με το δικό μου πάθημα.
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο