Ξικουπή (εκφραση) «τόχου ξικουπή» κάτι που συνηθίζω και πραγματοποιώ σε τακτή ημερομηνία απο ανάγκη, υποχρέωση, συνήθεια ή τάμα.
Συνέχεια »Ξικλίαζου
Ξικλίαζου (ρημ.) = προκαλώ σε κάποιον κακέντρεχη, ευχαρίστηση με το δικό μου πάθημα.
Συνέχεια »Ξινουμίζου
Ξινουμίζου (ρημ.) = εξοντόνω, σκοτώνω
Συνέχεια »Ξιγαργαλίζου
Ξιγαργαλίζου (ρημ.) = ξελαγαρίζω, λευκαίνω τα ρούχα με έντονο πλύσιμο
Συνέχεια »Ορίζου
Ορίζου (ρημ.) = κατέχω, κυβερνώ, αισθάνομαι ενα μέρος του σώματος
Συνέχεια »Ούτσαν
Ούτσαν = ταίργιασαν, συμφώνησαν
Συνέχεια »Ούδι έτσ’ απόμνιν
Ούδι έτσ’ απόμνιν (εκφραση) = έμεινε άφωνος, εντυπωσιάστηκε σε μεγάλο βαθμό
Συνέχεια »Ουρμινεύου
Ουρμινεύου (ρημ.) = συμβουλεύω, παιδαγωγώ
Συνέχεια »Πιαλώ
Πιαλώ (ρημ.) = τρέχω. Προέρχεται απο το αρχαίο «πιλαλώ : τρέχω»
Συνέχεια »Ντάμκα
Ντάμκα (η) = λεκές, σφραγίδα
Συνέχεια »Ντουραντζιάς
Ντουραντζιάς (ο) = η εγκεφαλίτις των ζώων, σημαίνει και «Νταμπλάς»
Συνέχεια »Ντιόντιους
Ντιόντιους (ανδρ. όνομα) = Θεόδωρος
Συνέχεια »Νιάκους
Νιάκους (ανδρ. όνομα) = Γιάννης
Συνέχεια »Νάτσιους
Νάτσιους (ανδρ.όνομα) = Θανάσης
Συνέχεια »Νινιώ
Νινιώ (γυν.όνομα) = Άννα
Συνέχεια »Νισιάν’η
Νισιάν’η (το) = κακοκαιρία
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο