Μενού

Ζγιάζου

Ζγιάζου (ρημ.) = ζυγίζω. Επίσης επιφέρω χτύπημα αφού σημαδέψω κάτι από μακριά με όπλο, σφεντόνα, πέτρα

Αφήστε μια απάντηση

banner
asxetos.gr