Ασηπτος : αυτός που δεν έχει ή δεν είναι δυνατόν να σαπίσει .Στην ιατρική είναι αυτός που έχει αποστειρωθεί ή απολυμανθεί , έτσι ώστε να μην υφίσταται κίνδυνος μολύνσεως .
ΑΣΗΨΙΑ
Ασηψία : η μη ύπαρξη σήψεως .
ΑΣΙΚΗΣ
Ασίκης : αυτός που διαθέτει παράστημα , κορμοστασιά , καθώς και λεβεντιά , γενναιότητα .
ΑΣΚΑΡΔΑΜΥΚΤΙ
Ασκαρδαμυκτί : χωρίς να ανοιγοκλείνουν τα μάτια ,με ατενές βλέμμα .
ΑΣΚΑΥΛΟΣ
Ασκαυλος : η γκάιντα.
ΑΣΚΕΡΙ
Ασκέρι : πολυπληθές στρατιωτικό σώμα που ανήκει είτε σε τακτικό είτε σε άτακτο στρατό . Είναι το μεγάλο ανοργάνωτο πλήθος ανθρώπων .
ΑΣΚΙΑΧΤΟΣ
Ασκιαχτος : αυτός που δεν σκιάζεται , που δεν τρομάζει ποτέ .
ΛΑΙΜΟΤΡΑΧΗΛΑ
Τα λαιμοτράχηλα: ο λαιμός και το στήθος .
ΛΕΜΟΝΟΒΙΤΣΑ
Λεμονόβιτσα : η λεπτή βέργα (βίτσα) λεμονιάς .
ΚΑΤΣΟΥΛΙ
Κατσούλι : το γατάκι (υποκορ. του κάτης) .
ΚΑΩΜΕΝΑ
Καωμένα : καμωμένα .
ΚΛΙΝΗ
Κλίνη: το κρεββάτι .
ΚΟΝΤΕΜΙΡΙ
Κοντεμιρί : είδος μοχλού που ασφαλίζει την πόρτα .
ΚΟΝΤΟ
Κοντό : άραγε.
ΚΟΝΤΟΣΙΜΩΝΩ
Κοντοσιμώνω: πλησιάζω (σιμώνω) κοντά .
ΚΟΝΤΥΛΑ
Κόντυλα: τα σπασμένα κοτσάνια των σταχυών, απομεινάρια από το αλώνισμα
(μεγαλύτερα από τα άχυρα) .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο