Αρσενοκοίτης : αυτός που έχει σεξουαλικές σχέσεις με άντρες .
ΑΡΧΑΙΟΠΡΕΠΗΣ
Αρχαιοπρεπής : αυτός που αρμόζει στους αρχαίους τρόπους , έθιμα , γλώσσα κ.λπ.
ΑΡΤΑΙΝΩ
Αρταίνω : νοστιμίζω φαγητά με καρυκεύματα .
ΑΡΧΑΙΡΕΣΙΕΣ
Αρχαιρεσίες : η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αρχών ( μελών προεδρείου , διοικητικού συμβουλίου κ.λπ. ).
ΑΡΤΑΙΝΟΜΑΙ
Αρταίνομαι : σταματώ τη νηστεία , τρώω φαγητό με αρτύματα .
ΑΡΧΕΤΥΠΟ
Αρχέτυπο : αυτός που διαμορφώθηκε ήδη από την αρχή και μπορεί να αποτελέσει πρότυπο .
ΑΡΤΕΜΩΝ
Αρτέμων : το μικρό τριγωνικό πανί του μικρού καταρτιού της πλώρης .
ΑΡΤΕΡΓΑΤΗΣ
Αρτεργάτης : αυτός που εργάζεται σε αρτοποιείο ως ζυμωτής ή φουρνιστής .
ΑΡΤΕΣΙΑΝΟ ΦΡΕΑΡ
Αρτεσιανό φρέαρ : πηγάδι που επικοινωνεί με υπόγειο υδροφόρο στρώμα και από το οποίο το νερό αναβλύζει χωρίς άντληση , λόγω φυσικής πιέσεως σύμφωνα με την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων .
ΑΡΤΙ
Αρτι : (επίρρημα ) μόλις , πρόσφατα , προ ολίγου .
ΑΡΘΡΙΔΙΟ
Αρθρίδιο : το περιορισμένης έκτασης άρθρο σε εφημερίδα ή περιοδικό .
ΑΡΕΙΜΑΝΙΩΣ
Αρειμανίως : “καπνίζω αρειμανίως ” ..καπνίζω πάρα πολύ , συνεχώς και πολλά τσιγάρα.
ΑΡΓΥΡΑΜΟΙΒΟΣ
Αργυραμοιβός : αυτός που ανταλλάσσει νομίσματα .
ΑΡΓΗΤΑ
Αργητα : η καθυστέρηση .
ΑΡΝΗΣΙΘΕΟΣ
Αρνησίθεος : αυτός που δεν πιστεύει σε Θεό ή αρνείται την ύπαρξη του Θεού .
ΑΡΑΧΙΔΑ
Αραχίδα : το φυτό από τοοποίο παράγονται τα αράπικα φυστίκια .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο