Ειδεμή : σε αντίθετη περίπτωση, διαφορετικά.
Ειδεχθής
Ειδεχθής : αυτός που είναι αποκρουστικός στη όψη και τη θέα, αυτός που προκαλεί
αηδία και αποτροπιασμό.
Ειδότες
Ειδότες : αυτοί που γνωρίζουν καλά τα πράγματα.
Είθε
Είθε : δηλώνει ευχή και επιθυμία.
Είθισται
Είθισται : συνηθίζεται, υπάρχει η συνήθεια.
Εικονοκλαστικός
Εικονοκλαστικός : ο εικονομαχικός, αυτός που σχετίζεται με την εικονομαχία.
Εικοτολογία
Εικοτολογία : η αυθαίρετη διατύπωση εκδοχών και συμπερασμάτων, η διερεύνηση μέσω
υποθέσεων και η συζήτηση χωρίς αποδείξεις.
Εικότως
Εικότως : κατά λογικό και εύλογο τρόπο.
Ειλημμένος
Ειλημμένος : αυτός που έχει ληφθεί.
Ειλητάριο
Ειλητάριο : στενή και επιμήκης λωρίδα περγαμηνής που τυλιγόταν γύρω από τον
κόντο, ώστε να μπορεί να ξεδιπλώνεται και να διπλώνεται και που χρησιμοποιούνταν
για την αναγραφή σε αυτή της Θείας Λειτουργίας και την ανάγνωση των Ευχών από
τον ιερέα.
Εγκόλπιο
Εγκόλπιο : περιληπτικό βιβλίο μικρού συνήθως σχήματος, που περιλαμβάνει βασικές
και εκλαϊκευμένες γνώσεις, οδηγίες, κανονισμούς κ.λπ. για ορισμένη επιστήμη,
τέχνη, διδασκαλία.
Εγκυκλοπαιδισμός
Εγκυκλοπαιδισμός : η συστηματική κια μέχρι υπερβολής προσπάθεια να αποκτήσει
κανείς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις (συχνά για λόγους επιδεικτικούς και χωρίς κριτική
επεξεργασία τους).
Εγκύπτω
Εγκύπτω : σκύβω και εξετάζω με προσοχή (αντικείμενο ή γεγονός, κατάσταση, ζήτημα κ.τλ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι.
Εγκύστωση
Εγκύστωση : η δημιουργία περιβλήματος (κύστη) από οργανισμό και η έγκλειση σε
αυτό, πράγμα που συνοδεύεται από ελάττωση των φυσιολογικών λειτουργιών του,
προκειμένου ο οργανισμό να αντιμετωπίσει παροδικές δυσμενείς συνθήκες του
περιβάλλοντος.
Εγνωσμένος
Εγνωσμένος : αυτός που βρίσκεται πέρα από κάθε αμφιβολία, που έχει αναγνωριστεί
από όλες τις πλευρές.
Έγχυμα
Έγχυμα : υδατικό εκχύλισμα δρόγης, που λαμβάνεται όταν η ουσία αυτή
περιχυθεί με βραστό νερό για μερικά λεπτά.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο