Δύστηνος : δυστυχής, άτυχος.
Εβενίδες
Εβενίδες : θάμνοι και δέντρα τροπικών περιοχών με χαρακτηριστικό σκούρο ξύλο.
Δυστοκία
Δυστοκία : δυσκολία κατά την πορεία του τοκετού.
Εγγαστρίμυθος
Εγγαστρίμυθος : το πρόσωπο που μπορεί να μιλά με ελάχιστη ή χωρίς καθόλου κίνηση των χειλιών του, ώστε η φωνή να φαίνεται ότι παράγεται από άλλη πηγή και όχι από τον πραγματικό ομιλούντα.
Δυσήνιος
Δυσήνιος : αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι, αδάμαστος.
Δυσηχαγωγός
Δυσηχαγωγός : αυτός που δεν επιτρέπει το πέρασμα του ήχου από μια επιφάνεια σε άλλη μέσα από τη μάζα του.
Δυσθανασία
Δυσθανασία : η παρατεταμένη και επώδυνη επιθανάτια αγωνία, ο αργός και βασανιστικός θάνατος.
Δυσθυμία
Δυσθυμία : η κακή ψυχική διάθεση, η έλλειψη κεφιού και όρεξης για ζωή.
Δυσιδρωσία
Δυσιδρωσία : η παθολογική κατακράτηση του ιδρώτα μέσα στο δέρμα, που εκδηλώνεται με εξανθήματα της επιδρμίδας.
Δυσκρασία
Δυσκρασία : η κακή κράση του οργανισμού, η καχεξία.
Δύσληπτος
Δύσληπτος : (τροφή) που λαμβάνεται από το στόμα με δυσκολία.
Δυσμάς
Δυσμάς : στα δυτικά, προς τη δύση.
Δυσμνησία
Δυσμνησία : διαταραχή της μνήμης κατά την οποία το άτομο εμφανίζει δυσκολία να ανακαλέσει συγκεκριμένες αναμνήσεις κατά την επιθυμητή στιγμή.
Δυσειδής
Δυσειδής : αυτός που έχει άσχημη μορφή.
Δυσοίωνος
Δυσοίωνος : αυτός που προοιωνίζεται κακή έκβαση, που δεν αφήνει περιθώρια για θετικές εξελίξεις.
Δυσεκτασία
Δυσεκτασία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη του στομίου της ουροδόχου κύστης.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο