Δυσαισθησία : η κατάσταση, κατά την οποία από συνηθισμένα ερεθίσματα προκύπτουν δυσάρεστα αισθήματα.
Δράγα – ντράγα
Δράγα – ντράγα : το δίχτυ που χρησιμοποιούν οι ψαράδες για να μαζεύουν κοράλλια, σφουγγάρια κ.ά. από το βυθό.
Δυσαρθρία
Δυσαρθρία : η διαταραχή της ορθής προφοράς και άρθρωσης των λέξεων, είδος τραυλισμού.
Δραγομάνος – δραγουμάνος
Δραγομάνος – δραγουμάνος : ο διερμηνέας ή μεταφραστής στην αυλή του Σουλτάνου, συνήθως μη τουρκικής καταγωγής.
Δυσγενεσία
Δυσγενεσία : το φαινόμενο κατά το οποίο από τη διασταύρωση διαφορετικών ειδών γεννιούνται απόγονοι στείροι μεταξύ τους και γόνιμοι με μέλη της πατρικής ή μητρικής γενιάς.
Δραγόνος
Δραγόνος : πολεμιστής του ελαφρού ιππικού, ο οποίος μαχόταν και ως στρατιώτης του πεζικού.
Δράκα
Δράκα : η ποσότητα που μπορεί να κρατήσει κανείς στη χούφτα του.
Δρασκελιά
Δρασκελιά : το άνοιγμα των ποδιών κατά τον βηματισμό.
Δράττομαι
Δράττομαι : αρπάζω, επωφελούμαι.
Δραχμοσυντήρητος
Δραχμοσυντήρητος : αυτός που συντηρείται με πενιχρούς οικονομικούς πόρους, που μπορεί να εξασφαλίσει ένα ελάχιστα ανεκτό βιοτικό επίπεδο.
Δρεπανοκύτταρο
Δρεπανοκύτταρο : το ερυθρό αιμοσφαίριο, του οποίου το σχήμα έχει παραμορφωθεί τόσο ώστε να μοιάζει με δρεπάνι λόγω ελαττώσεως του οξυγόνου του περιβάλλοντος του.
Δρίμες
Δρίμες : οι δαίμονες που κατά τις λαϊκές προλήψεις κάνουν κακό στα ρούχα, στους λουόμενους, τα αμπέλια κ.ά.
Δοκησίσοφος
Δοκησίσοφος : αυτός που θεωρεί τον εαυτό του σοφό, ο κατά φαντασίαν σοφός.
Δοσιμετρία
Δοσιμετρία : η μέτρηση με δοσίμετρο της δόσης της ιοντίζουσας ακτινοβολίας που έχει απορροφήσει(κάποια ύλη).
Δοκητισμός
Δοκητισμός : χριστιανική αίρεση που βασίζεται στον δυϊσμό, κατά την οποία η ενανθρώπιση του Χριστού ήταν φαινομενική.
Δοτικοφανής
Δοτικοφανής : αυτός που θυμίζει τη δοτική πτώση ή που εμφανίζεται σε δοτική πτώση.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο