Επίσχεση : η διακοπή μιας ενέργειας .
Επίταση
Επίταση : η αύξηση της εντάσεως.
Επιψαύω
Επιψαύω : αγγίζω ανεπαίσθητα, με ανάλαφρο τρόπο.
Επονείδιστος
Επονείδιστος : αυτός που προκαλεί όνειδος, ντροπή, αυτός που επισύρει την κατακραυγή, την απόρριψη ή τον στιγματισμό.
Επωμίζομαι
Επωμίζομαι : τοποθετώ στους ώμους μου για μεταφορά, φορτώνομαι.
Εραλδικός
Εραλδικός : αυτός που σχετίζεται με τα οικόσημα και γενικότερα τα εμβλήματα.
Εράνισμα
Εράνισμα : τα αποτελέσματα συλλογής χωρίων, αποφθεγμάτων, γνωμών κ.λπ. από διάφορους συγγραφείς.
Εργώδης
Εργώδης : αυτός που απαιτεί αυξημένη ένταση δυνάμεων, που προκαλεί έντονη κόπωση.
Ερέα
Ερέα : μάλλινο ύφασμα μεγάλης πυκνότητας και ανθεκτικότητας.
Επίνευση
Επίνευση : η κάμψη της κεφαλής προς τα εμπρός.
Ερείδομαι
Ερείδομαι : αποδέχομαι ως αξιόπιστο στήριγμα, χρησιμοποιώ ως σταθερό δεδομένο, στηρίζομαι.
Επίορκος
Επίορκος : αυτός που καταπατεί, που αθετεί τον όρκο του.
Ερίφης
Ερίφης : ο πονηρός άνθρωπος, που με υπολογισμούς προσπαθεί να ξεπεράσει τους υπόλοιπους.
Επιπεφυκώς
Επιπεφυκώς : ο λεπτός διαφανής βλεννογόνος που σκεπάζει την εσωτερική επιφάνεια των βλεφάρων και την εξωτερική επιφάνεια του οφθαλμικού βολβού.
Έρμα
Έρμα : το συνολικό βάρος που προστίθεται σε σκάφος, για να ρυθμίζει την ισορροπία του.
Επανωκαλύμμαυχο
Επανωκαλύμμαυχο : μαύρο κάλυμμα από ύφασμα, που τίθεται επάνω στον σκούφο
μοναχών ή στο καλυμμαύχι των ιερομένων και φέρεται από τους άγαμους κληρικούς ως
διακριτικό της μοναχικής τους ιδιότητας.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο