Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Λεξικό – Γλωσσάρια (Σελίδα 3)

Λεξικό – Γλωσσάρια

Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.

Εμιγκρές

Εμιγκρές : μετανάστης που αυτοβούλως εκπατρίζεται καταφεύγοντας σε ξένη χώρα
λόγω των διωγμών που υφίσταται στη χώρα του ή λόγω των πολιτικών συνθηκών που
επικρατούν εκεί.

Εναίσιμος

Εναίσιμος : η πρωτότυπη επιστημονική πραγματεία, που επισήμως υποβάλλεται προς
έγκριση από πτυχιούχο πανεπιστημίου στα αρμόδια όργανα ή πρόσωπα του
πανεπιστημίου με σκοπό την απόκτηση διδακτορικού διπλώματος.

Εμπάργκο

Εμπάργκο : ο εμπορικός αποκλεισμός χώρας από άλλη χώρα ή χώρες, η απαγόρευση
διακινήσεως εμπορευμάτων προς και από αυτήν.

Εκπονώ

Εκπονώ : ασχολούμαι συστηματικά και με ιδιαίτερη φροντίδα με τη παραγωγή έργου.

Έκρυθμος

Έκρυθμος : αυτός που βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης, που πρόκειται από στιγμή σε
στιγμή να ξεσπάσει.

Ελίτ

Ελίτ : το καλύτερο (κοινωνικά ή οικονομικά ή πνευματικά) τμήμα ενός
κοινωνικού συνόλου.

Ελλόγιμος

Ελλόγιμος :  αυτός που διαπρέπει στα γράμματα, λόγιος, σοφός, επίσης για
όσους έχουν ακαδημαϊκό τίτλο που δηλώνει διάκριση σε κάποιον τομέα.

Εκτόπλασμα

Εκτόπλασμα : η ουσία, υποτίθεται ότι εκπέμπεται από το σώμα κάποιων «μέντιουμ»,
όταν αυτά βρίσκονται σε ύπνωση, κατά τη διάρκεια πνευματιστικής συγκέντρωσης και
από την οποία θεωρείται ότι σχηματίζονται είδωλα.

Έκδοτος

Έκδοτος : αυτός που έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά στις απολαύσεις, στην
ικανοποίηση των αισθήσεων ή των παθών του.

Εκκοκκίζω

Εκκοκκίζω : ξεχωρίζω το σπέρμα (φυτού) από τις ύλες που το περιβάλλουν (μαζεύω
τους σπόρους).

Εκκόλπωμα

Εκκόλπωμα : κάθε μη φυσιολογική κοιλότητα που μοιάζει με σάκο και η οποία
επικοινωνεί με κάποιο κοίλο όργανο.

Έκδοχο

Έκδοχο : κάθε φαρμακολογικά αδρανής ουσία, που χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με
φάρμακο για επίτευξη επιθυμητού όγκου, πυκνότητας, σύστασης.

Έκκρουση

Έκκρουση : η αποβολή (σίγηση) φωνήεντος κατά τη συνάντηση δύο φωνηέντων μέσα στη
φράση, στο τέλος μιας λέξης και στην αρχή μιας άλλης, όπου το ισχυρό φωνήεν
αποβάλλει ασθενές ή ασθενέστερο φωνήεν.

banner
asxetos.gr