Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Λεξικό – Γλωσσάρια (Σελίδα 3)

Λεξικό – Γλωσσάρια

Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.

Εμβροχή

Εμβροχή : κάθε διαδικασία για την αποσκλήρυνση αντικειμένου ή υλικού ή τη
διάλυση του με βύθιση σε υγρό.

Εμιγκρές

Εμιγκρές : μετανάστης που αυτοβούλως εκπατρίζεται καταφεύγοντας σε ξένη χώρα
λόγω των διωγμών που υφίσταται στη χώρα του ή λόγω των πολιτικών συνθηκών που
επικρατούν εκεί.

Εμπάργκο

Εμπάργκο : ο εμπορικός αποκλεισμός χώρας από άλλη χώρα ή χώρες, η απαγόρευση
διακινήσεως εμπορευμάτων προς και από αυτήν.

Έμπλεος

Έμπλεος : αυτός που είναι γεμάτος, που συναισθάνεται κάτι σε όλη του την έκταση.

Εμποιώ

Εμποιώ : γεννώ συγκεκριμένο συναίσθημα, λειτουργώ ως ερέθισμα εντυπώσεως και
προκλήσεως συναισθηματικών αντιδράσεων.

Έκρυθμος

Έκρυθμος : αυτός που βρίσκεται στα πρόθυρα έκρηξης, που πρόκειται από στιγμή σε
στιγμή να ξεσπάσει.

Εκτόπλασμα

Εκτόπλασμα : η ουσία, υποτίθεται ότι εκπέμπεται από το σώμα κάποιων “μέντιουμ”,
όταν αυτά βρίσκονται σε ύπνωση, κατά τη διάρκεια πνευματιστικής συγκέντρωσης και
από την οποία θεωρείται ότι σχηματίζονται είδωλα.

Ελίτ

Ελίτ : το καλύτερο (κοινωνικά ή οικονομικά ή πνευματικά) τμήμα ενός
κοινωνικού συνόλου.

Ελλόγιμος

Ελλόγιμος :  αυτός που διαπρέπει στα γράμματα, λόγιος, σοφός, επίσης για
όσους έχουν ακαδημαϊκό τίτλο που δηλώνει διάκριση σε κάποιον τομέα.

Εκπονώ

Εκπονώ : ασχολούμαι συστηματικά και με ιδιαίτερη φροντίδα με τη παραγωγή έργου.

Εκθεσάς

Εκθεσάς : ο φιλόλογος καθηγητής, που στα πλαίσια της φροντιστηριακής,
εξωσχολικής εκπαίδευσης διδάσκει το μάθημα της έκθεσης.

Εκθηλύνω

Εκθηλύνω : προσδίδω (σε κάποιον) χαρακτηριστικά (εμφάνισης ή συμπεριφοράς) που
θεωρούνται γυναικεία, κάνω (κάποιον) θηλυπρεπή.

Εκκοκκίζω

Εκκοκκίζω : ξεχωρίζω το σπέρμα (φυτού) από τις ύλες που το περιβάλλουν (μαζεύω
τους σπόρους).

Εκκόλπωμα

Εκκόλπωμα : κάθε μη φυσιολογική κοιλότητα που μοιάζει με σάκο και η οποία
επικοινωνεί με κάποιο κοίλο όργανο.

Έκκρουση

Έκκρουση : η αποβολή (σίγηση) φωνήεντος κατά τη συνάντηση δύο φωνηέντων μέσα στη
φράση, στο τέλος μιας λέξης και στην αρχή μιας άλλης, όπου το ισχυρό φωνήεν
αποβάλλει ασθενές ή ασθενέστερο φωνήεν.

Εκκύκλημα

Εκκύκλημα : σκηνικό  μηχάνημα, ξύλινο τροχοφόρο δάπεδο, πάνω στο οποίο
παρουσιάζονταν στη σκηνή τα αποτελέσματα ορισμένων πράξεων, που θεωρείτο ασεβές
να διαδραματισθούν ενώπιον των θεατών.

Εκλαμψία

Εκλαμψία : η παθολογική διατάραξη της εγκυμοσύνης των γυναικών, που εκδηλώνεται
με σπασμούς και κώμα.

banner
asxetos.gr