Σ’νί (το) = ταψί
Σ’νί
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Σ’νί (το) = ταψί
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Σαλτανάτι (το) = περηφάνεια
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Σιούσκα (η) = καρούμπαλο
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Σιούκλα (η) = κουκουνάρα
3 Ιουνίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Στιβάλια (τα) = μπότες.
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παρέκεια (έκφραση) = πιό πέρα, παραπέρα
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πουρδουκλιά (η) = τρικλοποδιά
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πίπ’κα (επιρ.) = τα πίπκα = μπρούμητα
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πιρδικλόνουμι (ρημ.) = μπευρδεύωμαι, σκοντάφτω
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πάσα μερά (εκφραση) = κάθε ημέρα
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πιλιγόδους (ο) = κουλούρα απο χοντρό και σπειροειδώς τυλιγμένο πανί που την έβαζαν στο κεφάλι για να στηρίζει το σινί
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πέτ’νους (ο) = κόκορας
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παπ’χάτ’ = από κάτω
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πραχαλνώ (ρημ.) = τρώω, καταβροχθίζω
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Πουλιμώ (ρημ.) = πετάω κάτι μακριά
10 Απριλίου, 2007Κοζανίτικο γλωσσάριο
Παρα σ’καλνώ (ρημα) = χάνω τα λογικά μου. Συνηθως λέγεται : « του παρα σ’κάλτσ’ν» : τό ΄χασε
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο