Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Λεξικό – Γλωσσάρια (Σελίδα 32)

Λεξικό – Γλωσσάρια

Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.

Βολίζω

Βολίζω : εξετάζω το βάθος ( θάλασσας ) ή και τη σύσταση του βυθού της με τη βοήθεια βολίδας

Βλαττί

Βλαττί : πολύτιμο μεταξωτό ύφασμα , συνήθως σε κόκκινο χρώμα , με το οποίο κατασκευάζονται επικαλύμματα της Αγίας Τράπεζας

Βλαττίδα

Βλαττίδα : μικρό σκληρό δερματικό εξάνθημα , με χρώμα ερυθρό ή ρόδινο και σχήμα στρογγυλό ή ακανόνιστο , που εμφανίζεται και υποχωρεί αυτομάτως , χωρίς να αφήνει σημάδια , αποτελεί δε χαρακτηριστικό σύμπτωμα πολλών δερματοπαθειών

Βόμβος

Βόμβος : συνεχής ήχος σε χαμηλή κλίμακα που είναι βαρύς και υπόκωφος , όπως αυτός που παράγεται από ορισμένα έντομα όταν πετούν

Βομβύκιο

Βομβύκιο : το περίβλημα της προνύμφης σε ορισμένα είδη εντόμων . Το κουκούλι του μεταξοσκώληκα

Βόρβορος

Βόρβορος : ακάθαρτη και δύσοσμη λάσπη που σχηματίζεται κυρίως στον πυθμένα λιμανιών , ποταμών , λιμνών , ελών , δεξαμενών

Βογιάρος

Βογιάρος : το μέλος της ρωσικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας μέχρι την εποχή του τσάρου Πέτρου Α΄.

Βογόμιλος

Βογόμιλος : ο οπαδός χριστιανικής δυαρχικής αίρεσης που διαδόθηκε από την περιοχή της Βουλγαρίας στον σλαβικό κόσμο της Βαλκανικής κατά τον 10ο και 11ο αιώνα , απέρριπτε την εκκλησιαστική πρακτική και τα μυστήρια και κήρυσσε την ανυπακοή σε κάθε μορφή εξουσίας

Βοεδόβας

Βοεδόβας : ο στρατιωτικός διοικητής ή πολιτικός αξιωματούχος σλαβικών λαών . Γενικότερα , ο ανώτερος διοικητικός υπάλληλος

Βλάμης

Βλάμης : ο αδελφοποιτός , αυτός που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα , που δείχνει λεβεντιά

Βικτωριανός

Βικτωριανός: Το πρόσωπο που σχετίζεται με την περίοδο βασιλείας της βασίλισσας Βικτώριας στην Αγγλία . Ονομάζεται έτσι και ο πουριτανός , σεμνότυφος ,  αυτός που χαρακτηρίζεται από αυστηρή εξωτερική ηθική

Βιμπράτο

Βιμπράτο : Είναι η διακύμανση του τονικού ύψους φθόγγων  ορισμένης διάρκειας που γίνεται για λόγους εκφραστικότητας

Βισκόζ

Βισκόζ : Ύφασμα που περιέχει βισκόζη . Βισκόζη είναι το υλικό που προέρχεται από την κατεργασία της κυτταρίνης και το οποίο χρησιμοποιείται στην κατασκευή , ινών υφασμάτων ,  σωλήνων κ.λπ.

Βιρτουόζος

Βιρτουόζος: Πρόσωπο που κατέχει άριστα την τέχνη συγκεκριμένου μουσικού οργάνου ή τραγουδιού επίσης λέγεται και το πρόσωπο που διαθέτει ξεχωριστές δεξιότητες σε ορισμένο τομέα (δεξιοτέχνης)

Βιοανάδραση

Βιοανάδραση : Η τεχνική με την οποία εκπαιδεύεται κανείς να συνειδητοποιεί και να ελέγχει με τη δύναμη του νου του  ασυνείδητες ή μη αντιληπτές  φυσιολογικές σωματικές λειτουργίες π.χ. την αρτηριακή πίεση

Βισμούθιο

Βισμούθιο : Εύθραυστο αργυρόλευκό μέταλλο με ρόδινες αποχρώσεις που χρησιμοποιείται για τη σύνθεση ενώσεων ποικίλων χρήσεων

Βιογένηση

Βιογένηση: Είναι η παραγωγή ζωντανών οργανισμών από άλλους ζωντανούς οργανισμούς  κατά αντιδιαστολή προς την αυτόματη γέννηση.

Βίτσα

Βίτσα: Λεπτό και ευλύγιστο ραβδί από δέντρο ή θάμνο ,  συνήθως λείο  και καθαρισμένο , επίσης το μαστίγιο που είναι φτιαγμένο από κοντό ξύλινο ραβδί και σχοινί (καμτσίκι)

Βιόλα

Βιόλα: Το καθένα από διάφορα καλλωπιστικά  φυτά όπως  είναι η βιολέτα . Επίσης και έγχορδο όργανο της οικογένειας των βιολιών

Βιοτίνη

Βιοτίνη : Βιταμίνη που βρίσκεται στα δημητριακά που δεν έχουν αποφλοιωθεί , στο συκώτι, τα αβγά και το γάλα και συμβάλλει στην παραγωγή και  τη διάσπαση λιπών και υδατανθράκων .

Βιότυπος

Βιότυπος : Η ομάδα ατόμων που αποτελούν υποσύνολο ενός είδους, έχουν την ίδια ή παραπλήσια γενετική σύσταση και διαφέρουν από τις άλλες ομάδες του ίδιου είδους ως προς ορισμένα χαρακτηριστικά

Βιουλικό

Βιουλικό: Το υλικό που χρησιμοποιείται για την κατασκευή τεχνητών μελών του σώματος και χρησιμοποιείται για τεχνητές εμφυτεύσεις .

banner
asxetos.gr