Εξωνημένος : εξαγορασμένος, αυτός που με την υπόσχεση ή τη λήψη ανταλλαγμάτων
δεν ενεργεί νόμιμα ή ηθικά.
Επίμεμπτος
Επίμεμπτος : αυτός που είναι άξιος κατακρίσεως.
Ενέχω
Ενέχω : φέρω ή κρύβω (κάτι) μέσα μου.
Ενθάδε
Ενθάδε : σε αυτό εδώ το μέρος.
Ενιαύσιος
Ενιαύσιος : αυτός που έχει ζωή ή διάρκεια ενός έτους.
Ενιαχού
Ενιαχού : σε μερικούς τόπους, σε μερικά μέρη.
Ενόντα
Ενόντα : όσα διατίθενται στη δεδομένη στιγμή.
Ενσκήπτω
Ενσκήπτω : εμφανίζομαι αιφνιδιαστικά και πλήττω με ορμή.
Ενταύθα
Ενταύθα : στο ίδιο μέρος, εδώ, χωρίς αλλαγή τόπου.
Εντράδα
Εντράδα : φαγητό από κρέας, με λαχανικά.
Εξάμβλωμα
Εξάμβλωμα : το έμβρυο που έχει πρόωρα αποβληθεί από τη μήτρα και παρουσιάζει
γενετικές ανωμαλίες.
Εξάρθρημα
Εξάρθρημα : η μετατόπιση των άκρων των οστών που σχηματίζουν άρθρωση, με
αποτέλεσμα να μεταβάλλεται μόνιμα η σχέση τους.
Εξάχνωση
Εξάχνωση : η μετάπτωση ουσίας από τη στρερεά στην αέρια κατάσταση, χωρίς τη
μεσολάβηση της υγρής καταστάσεως.
Ενατένιση
Ενατένιση : η προσήλωση του βλέμματος σε πρόσωπο, αντικείμενο, αλλά και σε
γεγονός, κατάσταση.
Εξικνούμαι
Εξικνούμαι : καταλήγω, φθάνω, έχω ως όριο.
Ενδεής
Ενδεής : αυτός που στερείται, που έχει έλλειψη συγκεκριμένου πράγματος, που
μειονεκτεί σε (κάτι).
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο