Μενού
Αρχική / Εγκυκλοπαίδεια / Λεξικό – Γλωσσάρια (Σελίδα 5)

Λεξικό – Γλωσσάρια

Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.

Εθνοτικός

Εθνοτικός : αυτός που σχετίζεται με πληθυσμιακή ομάδα ενός έθνους, η οποία
αποτελεί ενότητα.

Ειδεχθής

Ειδεχθής : αυτός που είναι αποκρουστικός στη όψη και τη θέα, αυτός που προκαλεί
αηδία και αποτροπιασμό.

Εικοτολογία

Εικοτολογία : η αυθαίρετη διατύπωση εκδοχών και συμπερασμάτων, η διερεύνηση μέσω
υποθέσεων και η συζήτηση χωρίς αποδείξεις.

Εγκλίνομαι

Εγκλίνομαι : αποβάλλω τον τόνο μου ή τον αποβιβάζω στην τελευταία συλλαβή
της προηγούμενης λέξης.

Εθνικισμός

Εθνικισμός : υπερβολική και αποκλειστική προσήλωση προς την ιδέα του έθνους και
των εθνικών ιδεωδών με κύριο χαρακτηριστικό τη διάκριση των εθνών σε ανώτερα και
κατώτερα και τη διάθεση επιβολής των πρώτων στα δεύτερα.

Εγκόλπιο

Εγκόλπιο : περιληπτικό βιβλίο μικρού συνήθως σχήματος, που περιλαμβάνει βασικές
και εκλαϊκευμένες γνώσεις, οδηγίες, κανονισμούς κ.λπ. για ορισμένη επιστήμη,
τέχνη, διδασκαλία.

Εγκυκλοπαιδισμός

Εγκυκλοπαιδισμός : η συστηματική κια μέχρι υπερβολής προσπάθεια να αποκτήσει
κανείς εγκυκλοπαιδικές γνώσεις (συχνά για λόγους επιδεικτικούς και χωρίς κριτική
επεξεργασία τους).

Εγκύπτω

Εγκύπτω : σκύβω και εξετάζω με προσοχή (αντικείμενο ή γεγονός, κατάσταση, ζήτημα κ.τλ.), προσηλώνω το ενδιαφέρον μου σε κάτι.

Εγκύστωση

Εγκύστωση : η δημιουργία περιβλήματος (κύστη) από οργανισμό και η έγκλειση σε
αυτό, πράγμα που συνοδεύεται από ελάττωση των φυσιολογικών λειτουργιών του,
προκειμένου ο οργανισμό να αντιμετωπίσει παροδικές δυσμενείς συνθήκες του
περιβάλλοντος.

Εγνωσμένος

Εγνωσμένος : αυτός που βρίσκεται πέρα από κάθε αμφιβολία, που έχει αναγνωριστεί
από όλες τις πλευρές.

Έγχυμα

Έγχυμα : υδατικό εκχύλισμα δρόγης, που λαμβάνεται όταν η ουσία αυτή
περιχυθεί με βραστό νερό για μερικά λεπτά.

Εγωπαθής

Εγωπαθής : αυτός που αγαπά παθολογικά τον εαυτό του, που χαρακτηρίζεται από
υπερβολικό εγωισμό και φιλαυτία.

Εγωτισμός

Εγωτισμός : η υπερβολική αυτοανάλυση και αυτοκαλλιέργεια του ατόμου με σκοπό την
ανάδειξη και τελειοποίηση κάθε προσωπικού και πρωτότυπου στοιχείου του ή την
ατομική του τελειοποίηση.

Εδαφικότητα

Εδαφικότητα : το δικαίωμα κράτους να τιμωρεί τους αλλοδαπούς που διαπράττουν
έγκλημα στο έδαφος του.

Εδραίος

Εδραίος : αυτός που χαρακτηρίζεται από απόλυτη σταθερότητα, που δεν είναι
δυνατόν να κλονιστεί ή να μετακινηθεί.

Εθελόδουλος

Εθελόδουλος : αυτός που εκούσια υποτάσσεται, που θεληματικά γίνεται ή μένει
δούλος, που ανέχεται τη δουλεία.

Εθελούσιος

Εθελούσιος : αυτός που συντελείται με τη θέληση του πράττοντος, που προκύπτει
από την ελεύθερη βούληση του ατόμου.

Εγκλιματίζω

Εγκλιματίζω : συνηθίζω ζωντανό οργανισμό να επιβιώνει και να αναπτύσσεται σε ξένο προς αυτόν κλίμα.

Εθιμοτυπία

Εθιμοτυπία : το σύνολο των κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς που έχουν επικρατήσει
και εφρμόζονται στις διάφορες εκδηλώσεις της κοιωννικής ζωής.

Εγελιανισμός

Εγελιανισμός : το φιλοσοφικό σύστημα του Εγέλου και των συνεχιστών του, που διέπεται από τις αρχές της διαλεκτικής του.

Έγια μόλα

Έγια μόλα : επιφών, για να δίνει τον ρυθμό σε κωπηλάτες ή για τον συντονισμό των κινήσεων κατά τη μετακίνηση βαριών αντικειμένων.

Εγκάθετος

Εγκάθετος : αυτός που σκόπιμα τοποθετείται κάπου, εκτελώντας πιστά συγκεκριμένες
εντολές, συνήθως για την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία πολιτικών προσώπων.

Εγκαταβίωση

Εγκαταβίωση : γενικά ο τρόπος ζωής, το πως ζει κανείς κάπου, η ζωή σε μονή, το να μανόζει, να ασκητεύει.

Εγκεφαλοκήλη

Εγκεφαλοκήλη : η πρόπτωση τμήματος του εγκεφάλου από τρύπα του κρανίου
(προέρχεται συνήθως από σοβαρό τραύμα).

Έγγειος

Έγγειος : αυτός που αναφέρεται στη γη, που συνιστά ακίνητο περιουσιακό στοιχείο
ή προέρχεται από αυτό.

banner
asxetos.gr