Αναδακρυώνει : δακρύζει .
Αναγορίζεις
Αναγορίζεις : διαλαλείς και κατηγορείς, σαν να μην ήθελες να γίνει.
Αναπαημένος
Αναπαημένος : ήσυχος.
Ανακουτέλωνε
Ανακουτέλωνε : γύριζε πίσω, τους άλλαζε πορεία.
Αναψηφά
Αναψηφά : δε λογαριάζει .
Αλαλιασμένος
Αλαλιασμένος : ξετρελαμένος.
Αλλαξοσείρισα
Αλλαξοσείρισα : άλλαξα σειρά .
Αλλαξοστράτησα
Αλλαξοστράτησα : άλλαξα δρόμο, πορεία .
Γλίσχρος
Γλίσχρος: για χρηματικά ποσά , αυτός που δεν επαρκεί για την κάλυψη των δεδομένων αναγκών . Αυτός που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πολυτέλειας , αφθονίας , από οικονομική στενότητα.
Γλοιός
Γλοιός: κάθε παχύρρευστη κολλώδης ή γλοιώδης ουσία , η λιπαρή βρομιά που έχει γλοιώδη υφή.
Γλυκάδι
Γλυκάδι: το ξύδι.
Γλυκάδια
Γλυκάδια : οι εσωτερικοί αδένες που έχουν τα αρνάκια και μοσχαράκια γάλακτος στον λαιμό και μαγειρεμένα θεωρούνται εξαιρετικός μεζές ή ορεκτικό.
Γλύφανο
Γλύφανο: σφηνοειδές εργαλείο με κοφτερή κόψη στην άκρη της λεπίδας του , που παρασκευάζεται από ατσάλι και χρησιμοποιείται για κόψιμο ή σμίλευση ξύλου.
Γλυφή
Γλυφή; Η λάξευση σκληρής ύλης , η χάραξη σκληρής επιφάνειας , κυρίως για τη δημιουργία γλυπτής παράστασης .
Γλυφός
Γλυφός: αυτός που έχει τη χαρακτηριστική γεύση της θαλασσινής αλμύρας , που είναι ελαφρώς αλμυρός.
Γλωσσαλγία
Γλωσσαλγία: στην ιατρική είναι ο πόνος στη γλώσσα . Μεταφορικά σημαίνει η ενοχλητική , κουραστική και υπερβολική σε διάρκεια ομιλία , η περιττή πολυλογία.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο