Ορθή (η): η τελευταία τσικουδιά η οποία πίνεται στα όρθια πριν την αναχώρηση.
Ορθή
6 Σεπτεμβρίου, 2005Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
6 Σεπτεμβρίου, 2005Κρητικό Γλωσσάριο
Ορθή (η): η τελευταία τσικουδιά η οποία πίνεται στα όρθια πριν την αναχώρηση.
6 Σεπτεμβρίου, 2005Κρητικό Γλωσσάριο
Σταμναγκάθι (το): αγκαθωτός θάμνος με τρυφερά φύλλα το οποίο τρώγεται με λάδι και ξίδι.
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκανταλνώ (ρημ.) = γαργαλώ
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκλιαρώνω (ρημ.) = πνίγω
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γινατιάζουμαι (ρημ.) = θυμώνω
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γραπατσώνουμι (ρημ) = πιάνομαι, καθηλώνομαι κάπου με τα νύχια μου
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκουργκιλώ (ρημ.) = κυλώ
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γουμάρα (η) = γαιδούρα
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γιοργάνι (το) = πάπλωμα
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βραγκαλνώ = πληρώνω
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γίνκλα (η) = δερμάτινο λουρί που περνούσε κάτω απο την κοιλία του ζώου και στήριζε το σαμάρι
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βιρβιρίζομαι = πονάω, αισθάνομαι οξύ καυστικό πόνο
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γκιζιρνώ (ρημ.) = τριγυρνάω
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βαΐζου = γέρνω ή ξαπλώνω πρόχειρα για έναν σύντομο ύπνο
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Γαρδαλώνου (ρημα) = σκαλίζω κάτι με το δάχτυλο
27 Αυγούστου, 2005Κοζανίτικο γλωσσάριο
Βιρανές, Βιράνγκους (ο) = άχρηστος, επιβλαβής, γρουσούζης και θηλυκό η βιρανιά.!!
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο