Γεραρός : αυτός που αξίζει τον σεβασμό.
Γεωκαρπία
Γεωκαρπία : το φαινόμενο κατά το οποίο οι καρποί ορισμένων φυτών ωριμάζουν κάτω από την επιφάνεια της γης .
Γέρας
Γέρας : το βραβείο , το έπαθλο.
Γεώμηλο
Γεώμηλο: η πατάτα.
Γέρμα
Γέρμα : η δύση του ηλίου , το ηλιοβασίλεμα.
Γεώμορο
Γεώμορο : το τμήμα της συγκομιδής που δίνει ο καλλιεργητής ως μίσθωμα στον ιδιοκτήτη του κτήματος.
Γεροκούσαλο
Γεροκούσαλο : άνθρωπος που έχει καταβληθεί από τα γηρατειά και τα έχει χαμένα , ώστε να μη θυμάται και να μην επικοινωνεί ομαλά με το περιβάλλον του.
Γεώσφαιρα
Γεώσφαιρα : η γήινη σφαίρα και κυρίως το στερεό τμήμα της γης , που αποτελείται από ανόργανη ύλη .
Γερομπαμπαλής
Γερομπαμπαλής : γέρος ανόητος και ξεμωραμένος.
Γεροντίαση
Γεροντίαση : η πρόωρη εμφάνιση γεροντικών χαρακτηριστικών (άσπρισμα μαλλιών , ρυτίδιασμα του δέρματος) , που εμφανίζεται σε νεαρά άτομα.
Γεροντοκορισμός
Γεροντοκορισμός : η ιδιότροπη συμπεριφορά που ταιριάζει σε γεροντοκόρη . Ιδιοτροπία , παραξενιά.
Γεροντόπιασμα
Γεροντόπιασμα : 1.το παιδί του οποίου οι γονείς είναι σε προχωρημένη για τεκνοποίηση ηλικία . 2. Ο άνθρωπος ο δύσθυμος και καχεκτικός .
Γεροντοφιλία
Γεροντοφιλία : η ερωτική επιθυμία νεαρών ατόμων για άτομα μεγάλης ηλικίας.
Γεροντοφοβία
Γεροντοφοβία : ο φόβος για τον ερχομό του γήρατος.
Αραθυμούμαι
Αραθυμούμαι (ρημ.) = θυμάμαι
Αρχαίνου
Αρχαίνου (ρημ.) = δροσίζομαι
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο