Γεροντοκορισμός : η ιδιότροπη συμπεριφορά που ταιριάζει σε γεροντοκόρη . Ιδιοτροπία , παραξενιά.
Γεροντόπιασμα
Γεροντόπιασμα : 1.το παιδί του οποίου οι γονείς είναι σε προχωρημένη για τεκνοποίηση ηλικία . 2. Ο άνθρωπος ο δύσθυμος και καχεκτικός .
Γεροντοφιλία
Γεροντοφιλία : η ερωτική επιθυμία νεαρών ατόμων για άτομα μεγάλης ηλικίας.
Γεροντοφοβία
Γεροντοφοβία : ο φόβος για τον ερχομό του γήρατος.
Γέσμαν
Γέσμαν : Ελληνικό «μαλιστάς». Αυτός που πάντα συμφωνεί και δέχεται τη γνώμη των ανωτέρων του , ανεξαρτήτως των προσωπικών του πεποιθήσεων , ο κόλακας , αυτός που λέει πάντα «ναι», «μάλιστα».
Γέτι
Γέτι : Θρυλικό ζώο πολύ μεγάλων διαστάσεων , που πιστεύεται ότι ζει στις υψηλές κορφές των Ιμαλαΐων και έχει τη μορφή πιθήκου ή αρκούδας.
Γεωγονία
Γεωγονία : θεωρία ή υπόθεση σχετικά με τη γένεση και τη διαμόρφωση της Γης.
Γεωδαισία
Γεωδαισία : κλάδος των εφαρμοσμένων μαθηματικών , που ασχολείται με τη μέτρηση του εμβαδού και του σχήματος μεγάλων εκτάσεων μιας χώρας , τον ακριβή προσδιορισμό των γεωγραφικών συντεταγμένων και την καμπυλότητα , το σχήμα και τις διαστάσεις της γήινης σφαίρας.
Γεωειδές
Γεωειδές : το σχήμα προς το οποίο πλησιάζει περισσότερο η Γη , που δεν είναι απόλυτα σφαιρικό , αλλά μάλλον ελλειψοειδές.
Γεωθερμία
Γεωθερμία : το σύνολο των θερμικών φαινομένων , που έχουν ως έδρα τους το εσωτερικό της γης.
Γεραρός
Γεραρός : αυτός που αξίζει τον σεβασμό.
Γεωκαρπία
Γεωκαρπία : το φαινόμενο κατά το οποίο οι καρποί ορισμένων φυτών ωριμάζουν κάτω από την επιφάνεια της γης .
Γέρας
Γέρας : το βραβείο , το έπαθλο.
Γεώμηλο
Γεώμηλο: η πατάτα.
Αλιχτώ
Αλιχτώ (ρημ.) = γαυγίζω, ουρλιάζω
Άναφταν οι πουδές τ΄ς
Άναφταν οι πουδές τ΄ς (εκφρ.) = βιάζονταν
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο