Βλαττί : πολύτιμο μεταξωτό ύφασμα , συνήθως σε κόκκινο χρώμα , με το οποίο κατασκευάζονται επικαλύμματα της Αγίας Τράπεζας
Βλαττίδα
Βλαττίδα : μικρό σκληρό δερματικό εξάνθημα , με χρώμα ερυθρό ή ρόδινο και σχήμα στρογγυλό ή ακανόνιστο , που εμφανίζεται και υποχωρεί αυτομάτως , χωρίς να αφήνει σημάδια , αποτελεί δε χαρακτηριστικό σύμπτωμα πολλών δερματοπαθειών
Βλαχουριά
Βλαχουριά : το σύνολο των Βλάχων . Μεταφορικά , το σύνολο των άξεστων ανθρώπων
Βλογιοκομμένος
Βλογιοκομμένος : αυτός που έχει σημαδευτεί στο πρόσωπο από τις χαρακτηριστικές ουλές της ευλογιάς
Βλωμός
Βλωμός : η στερεά τροφή , αφού μασηθεί και αναμιχθεί με σάλιο μέσα στο στόμα
Βογιάρος
Βογιάρος : το μέλος της ρωσικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας μέχρι την εποχή του τσάρου Πέτρου Α΄.
Βογόμιλος
Βογόμιλος : ο οπαδός χριστιανικής δυαρχικής αίρεσης που διαδόθηκε από την περιοχή της Βουλγαρίας στον σλαβικό κόσμο της Βαλκανικής κατά τον 10ο και 11ο αιώνα , απέρριπτε την εκκλησιαστική πρακτική και τα μυστήρια και κήρυσσε την ανυπακοή σε κάθε μορφή εξουσίας
Βοεδόβας
Βοεδόβας : ο στρατιωτικός διοικητής ή πολιτικός αξιωματούχος σλαβικών λαών . Γενικότερα , ο ανώτερος διοικητικός υπάλληλος
Βοερός
Βοερός : αυτός που παράγει ή εκπέμπει δυνατή βοή , γεμάτος θόρυβο
Βοϊδολάτης κ. βοηλάτης
Βοϊδολάτης κ. βοηλάτης : αυτός που οδηγεί τα βόδια κατά το όργωμα
Βολίζω
Βολίζω : εξετάζω το βάθος ( θάλασσας ) ή και τη σύσταση του βυθού της με τη βοήθεια βολίδας
Βολπλανέ
Βολπλανέ : τρόπος πτήσεως με πλάγια – καθοδική φορά
Βιμπράτο
Βιμπράτο : Είναι η διακύμανση του τονικού ύψους φθόγγων ορισμένης διάρκειας που γίνεται για λόγους εκφραστικότητας
Βίντσι
Βίντσι: Είναι το γνωστό βαρούλκο
Βιοανάδραση
Βιοανάδραση : Η τεχνική με την οποία εκπαιδεύεται κανείς να συνειδητοποιεί και να ελέγχει με τη δύναμη του νου του ασυνείδητες ή μη αντιληπτές φυσιολογικές σωματικές λειτουργίες π.χ. την αρτηριακή πίεση
Βιογένηση
Βιογένηση: Είναι η παραγωγή ζωντανών οργανισμών από άλλους ζωντανούς οργανισμούς κατά αντιδιαστολή προς την αυτόματη γέννηση.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο