Κιφσένκ’ους (ο) = νευρικός
Συνέχεια »Με γελάσανε – Σε γελάσανε
Η λέξη γελάω (-ώ) σε μας σημαίνει ότι και στους αρχαίους, δηλαδή «μειδιώ». εν τούτοις, στη συνέχεια το ρήμα αυτό σημαίνει και απατώ. Αυτός, δηλαδή, που απατά, ευχαριστημένος από την πράξη του, που τη θεωρεί κατόρθωμα, γελάει, αντίληψη που θα …
Συνέχεια »Κανίσια
Κανίσια (τα) = τα δώρα που έστελναν οι καλεσμένοι στο γάμο
Συνέχεια »Μέντορας
Φεύγοντας ο Οδυσσέας, για να πάει να πολεμήσει με τους άλλους Έλληνες στην Τροία, εμπιστεύτηκε το σπίτι του στην Ιθάκη, στο συμπατριώτη του Μέντορα. Πολλές φορές, μάλιστα, η Αθηνά έπαιρνε τη μορφή του, καθώς λχ όταν συνόδεψε τον Τηλέμαχο στο …
Συνέχεια »Κυρατζής
Κυρατζής (ο) = αγωγιάτης μεγάλων αποστάσεων
Συνέχεια »Μεσσαλίνα
Η λέξη χαρακτηρίζει γυναίκα σκληρή, αδίστακτη, φιλήδονη, φιλόδοξη, εγκληματική. Έτσι, ακριβώς ήταν η αυτοκράτειρα Μεσσαλίνα, γυναίκα του Καλιγούλα και μετά του Κλαύδιου.
Συνέχεια »Καμάρωσιν τ’ς μασκαρέτις
Καμάρωσιν τ’ς μασκαρέτις (έκφραση) = πέθανε, τα τίναξε
Συνέχεια »Με το νι και με το σίγμα
Παλαιότερα, όταν τα παιδιά μάθαιναν υποκοριστικά, ο δάσκαλος τους έλεγε ότι η αρχική τους κατάληξη ήταν σε -ιο και ότι στα μεσαιωνικά χρόνια ήταν σε –ιον και –ιν, για να καταλήξει στο τέλος το απλό –ι . Π.χ. παιδίον, παιδίν, …
Συνέχεια »Κρέχτο
Κρέχτο (επιθ.) = δροσερό
Συνέχεια »Κουτσιαλουμένου
Κουτσιαλουμένου (επιθ.) = παγωμένο, κοκαλομένο
Συνέχεια »Βακτηριδιακή Κολπίτιδα
Είναι ίσως η πιο κοινή μορφή κολπίτιδας (ερεθισμός ή οίδημα του κόλπου), που προκαλείται από ένα ειδικό βακτηρίδιο και θεωρείται ότι είναι νόσημα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο. Το κυριότερο σύμπτωμα είναι η άφθονη ποσότητα εκκρίσεων, που συνοδεύεται από έντονη δυσοσμία (οσμή ιχθύος).
Συνέχεια »Κανάτ’
Κανάτ’ (το) = παραθυρόφυλλο
Συνέχεια »Κάν’ καντίπουτας
Κάν’ καντίπουτας (επιρ.) = τίποτα
Συνέχεια »Ατροφική ή Γεροντική Κολπίτιδα
Είναι πάθηση του κόλπου, που εμφανίζεται στα νεαρά κορίτσια πριν από την ήβη και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, όταν δηλαδή υπάρχει έλλειψη παραγωγής οιστρογόνων ορμονών από τις ωοθήκες. Επίσης εμφανίζεται κατά τη γαλουχία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το ph του κόλπου …
Συνέχεια »Κιπέγκ’
Κιπέγκ’ (το) = ξύλινος πάγκος φούρνου που αραδιάζανε τα ψωμιά, πεζούλι
Συνέχεια »Κιουτεύου
Κιουτεύου (ρημ.) = λακίζω, υποχωρώ
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο