Κρούου (ρημ.) = χτυπώ
Συνέχεια »Κρούου
29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Στην Εγκυκλοπαίδεια μας υπάρχουν 20.000 και πλέον καταχωρήσεις Γνώσης – Εγκυκλοπαιδικές.
Προσπαθούμε να καλύψουμε ένα ευρύ φάσμα γνωστικών αντικειμένων.
29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κρούου (ρημ.) = χτυπώ
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Ορισμοί και Θεωρίες
Το να κάνω κάποιον κομματικό στέλεχος ενός κόμματος. Το να κομματίζεται κάποιος ή να είναι φανατικός οπαδός ενός κόμματος.
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ισιάδα (η) = αλήθεια
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κιλάρ’ (το) = αποθήκη, υπόγειο
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Ορισμοί και Θεωρίες
Η οργάνωση σε κοινότητα ομάδας ατόμων , που έχουν την ίδια γλώσσα και θρησκεία και ανήκουν στην ίδια φυλή . Μετά την Κομμούνα των Παρισίων του 1817 , οι οπαδοί αυτής χαρακτηρίζονται κομμουνιστές . Ο όρος κομουναλισμός χρησιμοποιήθηκε παγκοσμίως , …
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ιχράμ’ (το) = υφαντό σεντόνι της εποχής
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κιπιζές (ο) = περίγελως
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κασμ’ρεύου = κοροιδεύω. Προέρχεται απο το «χασοημερεύω» καθ΄ όσον οι χασομέρηδες ασχολούνται με το κουτσομπολιό και το σκώμα.
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κιουσιές (ο) = γωνία
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Καλιγόνου (ρήμα) = πεταλώνω
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κουνουστώ (ρήμα) = κάνω παρέα, συναναστρέφομαι
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Καρκαλιέμαι (ρήμα) = γελώ (έντονα και με διάρκεια)
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Καντίζου (ρήμα) = βάζω ζάχαρη, ζαχαρώνω
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Κουμάσι (το) = περιστερώνας
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Ορισμοί και Θεωρίες
Η υπέρμετρη προστασία της εθνικής παραγωγής σε βάρος των ομοειδών προϊόντων , που προέρχονται από το εξωτερικό.
Συνέχεια »29 Απριλίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Καρούτα (η) = πατητήρι σταφυλιών
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο