Κούρπετο (το) = μεθυσμένος
Συνέχεια »Κολμπερτισμός
Ειδική μορφή εμποροκρατίας. Η οικονομική αυτή θεωρία είναι εθνικιστικού χαρακτήρα και βασίζεται στην αρχή ότι η πολιτική , η στρατιωτική και η οικονομική ισχύς μιας χώρας είναι στενά συνδεδεμένη με την ποσότητα των πολύτιμων μετάλλων που διαθέτει η χώρα αυτή. …
Συνέχεια »Κουρμάδα
Κουρμάδα (η) = κακότυχη, καϋμένη
Συνέχεια »Κολπισμός
Επώδυνη σύσπαση του μυϊκού τοιχώματος του κόλπου.
Συνέχεια »Κατσιούλα
Κατσιούλα (η) = μάλλινο σκουφί
Συνέχεια »Κομενσαλισμός
Στην οικολογία του ανθρώπου , ο όρος κομενσαλισμός σημαίνει γενικά μια σχέση , που περικλείει και ανταγωνισμό και συνεργασία μεταξύ προσώπων που ανήκουν σε μια ολοκληρωμένη διαίρεση εργασίας . Ο κομενσαλισμός είναι συνώνυμο της συμβίωσης.
Συνέχεια »Καϊπχιώνου
Καϊπχιώνου = κρύβω κάτι ασφαλώς
Συνέχεια »Κομιτατζηδισμός
Το κίνημα των άτακτων ένοπλων ομάδων διαφόρων βουλγαρικών οργανώσεων (κομιτάτων ) που , με τις τρομοκρατικές τους επιδρομές επιδίωκαν τον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας και την προσάρτησή της στη Βουλγαρία.
Συνέχεια »Ιμπρέτ’
Ιμπρέτ’ (το) = γενάτι
Συνέχεια »Καλίνκα
Καλίνκα (η) = το ρόδι
Συνέχεια »Κομματαρχισμός
Η τάση να αναλάβει με κάθε θυσία την αρχηγία του κόμματος ένας πολιτικός . Η δράση των κομματαρχών σε μικρά σύνολα.
Συνέχεια »Ιλιάτσια
Ιλιάτσια (τα) = βότανα
Συνέχεια »Κρούου
Κρούου (ρημ.) = χτυπώ
Συνέχεια »Κομματισμός
Το να κάνω κάποιον κομματικό στέλεχος ενός κόμματος. Το να κομματίζεται κάποιος ή να είναι φανατικός οπαδός ενός κόμματος.
Συνέχεια »Ισιάδα
Ισιάδα (η) = αλήθεια
Συνέχεια »Κιλάρ’
Κιλάρ’ (το) = αποθήκη, υπόγειο
Συνέχεια »
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο