Μενού

Καλαντα του Ζεύγα!

Αρχιμενιά κι’αρχιχρονιά κι’αρχή που πρωτοβγήκε
με τα ζευγάλετρα ο Χριστός, να σπείρει, να θερίσει
και να συνάξει μάλαμα και να τρυγήσει μέλι.
Σπέρνει τσι κάμπους με φλουριά τα χέρσα με τ’ασήμι .
σπέρνει και με παραβολές μοσκόβικο για τσ’άρτους..
Στη στράταν όντε γύριζε ογρός και χιονισμένος, .
στο σπίτι σας εκόνεψε το πλουσοπορεμένο..
Θωρεί δεξά τον αργαλειό, ζερβά θωρεί τ’αμπάρι, .
θωρεί στη μέση του σπιτιού την τάβλα σας στρωμένη,
που ‘χε του κόσμου τα καλά, τση χώρας τα λιξίδια.
Σε κάθε μπάντα στέκανε δώδεκα λυχνοστάτες
κι ‘έφεγγαν κι’εδειπνούσανε δώδεκα καλεσμένοι,
τα δώδεκα αρχοντόπουλα, τση Κρήτης το στολίδι
κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς στη μέση καβαλάρης,
δεξά ‘χει τον αφέντη μας, ζερβά ‘χει το δεσπότη
έχει και την αφέντρα μας στη κεφαλή κορώνα.
Κι ο Άη Βασίλης που κλουθά στο πανωπόρτι πάλι,
κι ακούμπησε τη βέργα ντου την κιτρολεμονάτη,
και βγάνει από τον κόρφο ντου χαρτί και φαλιτήρι.
Όθε κουμπούσε το ραβδί μηλιές και κυπάρίσσα
κι όθεν τα λόγια κι οι ψαλμοί, πουλάκια και περδίκια
που γοργοφτερακιζανε, και γλυκοκελαϊδούσαν.
Εσένα πρέπει αφέντισσα, βασιλικό αργαστήρι,
που να ‘χε χτένι μάλαμα να φαίνεις το μετάξι,
που να ‘χει πέταλο χρυσό να φαίνεις τα βελούδα
και τη σαΐτα φίντισι να φαίνεις το περκάλι.
Κι εσένα πρέπει αφέντη μου, αλέτρι καρυδένιο,
να’χει την έχερη χρυσή τη γούλα κυπαρίσσι,
και τα παρούτια μάλαμα και το ποδάρι ασήμι,
το ζεύτη σου μεταξωτό, τσι ζεύβλες μπακιρένιες,
να ‘ χεις και το σποροντρουβά, γαϊτανοπλουμισμένο.
Να καλουργάς τη Μεσσαρά, να σπέρνεις το Μισσίρι
κι απού τα δώδεκα χωργιά να φέρνει θεριστάδες.
Έχεις και κόρην όμορφη στην ώρα τζη λογάται,
του δούκα ο γιος τη ρέχτηκε, τ’αρχόντου ο γιος τη θέλει
και πέμπει μήλο προξενιά, μπέμπει τση δαχτυλίδι,
πέμπει τση πόλης τα κλειδιά να του τη λογοστέσει.
Έχεις και γιο πρωτόσκολο και πρώτο στο δοξάρι
κι εζήλεψέντου ο βασιλιάς γαμπρό να τόνε κάμει.
Δίδει του προύκα τα Χανιά, τη Στεία πανωπρούκι,
το Κάστρο και το Ρέθυμνο δίδει του γι’αρρεβώνα.
Επά που καλαντίσαμε, να ‘ναι ο Χρηστός μαζί σας
κι ο Άη Βασίλης βοηθός κι οι δώδεκα Αποστόλοι,
χρουσά ζευγάργια να χετε, γερά κι’ευλογημένα
τ’αμπάργια να γεμίζετε και να χετε στο σπίτι
τση Βενετιάς το χαζινέ, τση Πόλης τα καλούδια.
Του χρόνου να ξανάρθωμε και δίπατο να βρούμε
και στα κερκέλια του σπιτιού δεμένα δυο μπεγίργια.

Το να για την αρχόντισσα να πηαίνει στ’αγιομήσα,
τ’άλλο για τον αφέντη μας να βγαίνει στο σεϊρι…


Αφήστε μια απάντηση