Αβιος : άψυχος .Μεταφορικά σημαίνει , ταλαίπωρος, δυστυχής.
ΑΒΙΟΣ
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αβιος : άψυχος .Μεταφορικά σημαίνει , ταλαίπωρος, δυστυχής.
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αβροδίαιτος : αυτός που ζει με όλες τις ανέσεις,ο τρυφηλός, ο μαλθακός .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγγέλιασμα : το ψυχομάχημα .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγγελοκρούομαι : το χαροπάλεμα, σεληνιάζομαι, δαιμονίζομαι .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγλάισμα : στολίδι, πρόσωπο ή αντικείμενο που φέρνει τιμή και δόξα .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγνεία : ηθική καθαρότητα, αγνότητα, παρθενία .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγορητής ; ο ομιλητής σε δημόσια συγκέντρωση .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αγραυλώ : ζω στους αγρούς .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αδαημοσύνη : άγνεια, απειρία .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αδέψητος : ακατέργαστος .
5 Μαρτίου, 2004Ελληνικό Λεξικό
Αδολέσχης : πολύλογος, φλύαρος .
18 Φεβρουαρίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Ποθαίνω – αποθαίνω :πεθαίνω.
18 Φεβρουαρίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Αποκαμαρώνω :θαυμάζω κάτι οπτικά.
18 Φεβρουαρίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Αποκάνω , αποκάνω : τελειώνω .
18 Φεβρουαρίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Αποκαούμε : να καούμε μέχρι τέλους .
18 Φεβρουαρίου, 2004Κρητικό Γλωσσάριο
Αποκωλέματα : η μεγαλύτερη απομάκρυνση, όπου ο άλλος χάνεται πλέον .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο