Αδελφοποιτός : αυτός που γίνεται αδελφός με κάποιον με τον οποίο δεν έχει συγγένεια , σε ειδική τελετή όπου αναμειγνύουν το αίμα τους ή δίνουν όρκους αγάπης .
ΑΔΕΡΦΟΜΟΙΡΑΔΙ
Αδερφομοιράδι : το μερίδιο κάθε αδερφού από τη μοιρασιά της πατρικής περιουσίας ή κληρονομιάς .
ΑΔΗΛΟΣ
Αδηλος : αυτός που δεν είναι φανερός .
ΑΔΗΡΙΤΟΣ
Αδήριτος : αυτός που δεν μπορεί να αγνοηθεί , που επιβάλλεται .
ΑΔΗΩΤΟΣ
Αδήωτος : αυτός που δεν λεηλατήθηκε , δεν ερημώθηκε από εχθρό .
ΑΔΙΑΓΟΥΜΙΣΤΟΣ
Αδιαγούμιστος : αυτός που δεν έχει λεηλατηθεί , διαγουμιστεί .
ΑΔΙΑΚΟΡΕΥΤΟΣ
Αδιακόρευτος : (γυναίκα ) που δεν διακορεύτηκε , που διατηρεί άθικτο τον παρθενικό της υμένα , που κατά επέκταση δεν ήλθε σε σεξουαλική επαφή με άντρα .
ΑΓΚΟΥΤΣΑΧΛΑΔΟΣ
Αγκουτσαχλάδος : κλαδί αγριαχλαδιάς .
ΑΚΗΔΕΥΤΟΣ
Ακήδευτος : ο αφρόντιστος .
ΑΓΚΡΙΓΙΟΣ
Αγκρίγιος : Ο άγριος .
ΑΚΟΥΓΩ ΜΥΡΩΔΙΑ
Μυρίζω .
ΑΓΝΑΦΤΟΣ
Ακατέργαστος (για δέρμα ) .
ΑΚΟΥΜΠΙΖΩ
Ακουμπίζω : ακουμπώ .
ΑΓΡΙΜΙ
Το αγριοκάτσικο .
ΑΚΟΥΡΟΣ
Ο άκουρος : ο ακούρευτος .
ΑΓΡΙΜΟΓΑ
Αγριμόγα : η άγρια κατσίκα .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο