Δυσχρωματοψία : κάθε διαταραχή της όρασης, που συνδέεται με δυσκολία στη διάκριση ορισμένων χρωμάτων.
Δυσχρωμία
Δυσχρωμία : ανωμαλία στη χρωστική του δέρματος.
Δυσωδία
Δυσωδία : άσχημη και ανυπόφορη μυρωδιά.
Δυσώνυμος
Δυσώνυμος : αυτός που έχει βγάλει κακό όνομα και φήμη, που προκαλεί αποτροπιασμό και στο άκουσμα μόνο του ονόματος του.
Δυσμάς
Δυσμάς : στα δυτικά, προς τη δύση.
Δυσμνησία
Δυσμνησία : διαταραχή της μνήμης κατά την οποία το άτομο εμφανίζει δυσκολία να ανακαλέσει συγκεκριμένες αναμνήσεις κατά την επιθυμητή στιγμή.
Δυσειδής
Δυσειδής : αυτός που έχει άσχημη μορφή.
Δυσοίωνος
Δυσοίωνος : αυτός που προοιωνίζεται κακή έκβαση, που δεν αφήνει περιθώρια για θετικές εξελίξεις.
Δυσεκτασία
Δυσεκτασία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη του στομίου της ουροδόχου κύστης.
Δυσπαρευνία
Δυσπαρευνία : η παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συνουσία είναι επώδυνη ή
δυσχερής για την γυναίκα λόγω ψυχολογικών ή οργανικών αιτιών.
Δυσενδοκρινία
Δυσενδοκρινία : διαταραχή κατά τη διάνοιξη των ενδοκρινικών αδενών.
Δυσπραγία
Δυσπραγία : η έλλειψη άνεσης και ευρωστίας στο βιοτικό επίπεδο, η κατάσταση στενότητας και δυσχερειών.
Δυσεξίτηλος
Δυσεξίτηλος : αυτός που δύσκολα ξεβάφει, που δύσκολα χάνεται.
Δυσπρόσιο
Δυσπρόσιο : μεταλλικό στοιχείο λευκού χρώματος, σκληρό, δραστικό και δύστηκτο, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στην πυρηνική τεχνολογία.
Δυσεπίσχετος
Δυσεπίσχετος : αυτός που με δυσκολία ανακόπτεται και συγκρατείται.
Δυσηκοΐα
Δυσηκοΐα : δυσκολία στην ακοή, η κακή ακοή.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο