Διδακτισμός : η τάση κάποιου να θέλει να διδάξει, να δίνει διδάγματα.
Διήθημα
Διήθημα :το καθαρό υγρό που μένει, αφού φιλτάρουμε υγρό μείγμα.
Διδαχή
Διδαχή : η διδασκαλία, η προτροπή, που αποβλέπει στη νουθεσία.
Διήκω
Διήκω : φθάνω από ένα σημείο σε άλλο.
Διδάχος
Διδάχος : αυτός που υποδεικνύει ή διδάσκει τους άλλους, ο δάσκαλος.
Διεγκεφαλικός
Διεγκεφαλικός : ένα από τα τμήματα του εγκεφάλου, που περιλαμβάνει τους οπτικούς θαλάμους, την επίφυση, την υπόφυση και τον υποθάλαμο.
Διεθνισμός
Διεθνισμός : η θεωρία σύμφωνα με την οποία πρέπει να επιδιώκεται η σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των λαών και η κατάργηση των επιμέρους εθνικών συμφερόντων.
Διεκπεραιώνω
Διεκπεραιώνω : περατώνω, ολοκληρώνω εγασία με σειρά ενεργειών.
Διένεξη
Διένεξη : έντονη αντιπαράθεση.
Διεπίδραση
Διεπίδραση : η αμοιβαία επίδραση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα στοιχεία, πρόσωπα, συστήματα πληροφορικής και χρήστες.
Διερμηνέας
Διερμηνέας : ο ειδκός που βοηθάει να επικοινωνήσουν μεταξύ τους άνθρωποι που δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα, μεταφράζοντας τα λεγόμενα του ενός στη γλώσσα του άλλου.
Διεστραμμένος
Διεστραμμένος : αυτός που αποκλίνει από ότι θεωρείται ορθό, ηθικό, φυσιολογικό.
Διευθέτηση
Διευθέτηση : η τακτοποίηση, η ρύθμιση κάποιου προβλήματος ή θέματος.
Διευθυντήριο
Διευθυντήριο : ο χώρος που στεγάζει τη διεύθυνση, διοίκηση.
Διευθυντικός
Διευθυντικός : αυτός που σχετίζεται με τον διευθυντή ή τη διεύθυνση.
Διεύρυνση
Διεύρυνση : η αύξηση του εύρους και η επέκταση (γεωγραφική) στο χώρο.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο