Απάκι : καπνιστό χοιρινό κρέας
Απάκι
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Απάκι : καπνιστό χοιρινό κρέας
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζούμπουν = ρίχνω κάτι στον αέρα π.χ. έριξιν τ’ς καραμέλις ζούμπουν στα μ’κρά
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αποδεινιάζομαι: δέχομαι κάτι με στεναχώρια
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζάφτ’ (εκφρ.) = χρησ. η έκφραση «κάμου ζάφτ΄» μαζεύω τα χρήματα, κάνω διαχείριση
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αργαντινή : εσπέρα
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζγιάζου (ρημ.) = ζυγίζω. Επίσης επιφέρω χτύπημα αφού σημαδέψω κάτι από μακριά με όπλο, σφεντόνα, πέτρα
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζούφλου (η) = καμωματού, χαριτωμένη. προέρχεται απο την αρχαία λέξη «συλφίς»
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αρνεύω : ηρεμώ
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζγκούβω (ρημ.) = σκύβω
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζιόλια (γυν. Ονομα) = Θεοδώρα
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αρωδαμός: τρυφερός βλαστός
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζ’γκρανώ (ρημ.)= γρατσουνώ
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζαΐφ’κος (επιθ.) = αδύναμος, ελαττωματικός
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζ’γόνου (ρημ.)= πλησιάζω, φτάνω
12 Μαρτίου, 2006Κρητικό Γλωσσάριο
Αμνώγω : ορκίζομαι
12 Μαρτίου, 2006Κοζανίτικο γλωσσάριο
Ζντρόμπλα (η) = η αγριόπαπια
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο