Γκέμι : το χαλινάρι για τη συγκράτηση κα καθοδήγηση του αλόγου.
Γκέμι
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκέμι : το χαλινάρι για τη συγκράτηση κα καθοδήγηση του αλόγου.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρόσο μόντο: σε γενικές γραμμές , χωρίς αναφορά σε λεπτομέρειες.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκεσέμι: ο τράγος ή το κριάρι που προπορεύεται και οδηγεί το κοπάδι.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκροτέσκος: αυτός που προκαλεί την αίσθηση του αλλόκοτου , του εξαιρετικά περίεργου.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκιλοτίνα: ειδικός μηχανισμός που χρησιμοποιήθηκε παλαιότερα για τον αποκεφαλισμό καταδίκων.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γλαρός : αυτός που αποπνέει γαλήνη και ηρεμία . Χρησιμοποιείται και για τα μάτια , το βλέμμα και είναι αυτός που ακτινοβολεί ζωντάνια ή εκπέμπει ηδυπάθεια.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκινέα : παλαιό χρυσό αγγλικό νόμισμα.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκιόνης: μικρή κουκουβάγια.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκιόσα: γίδα ή προβατίνα μεγάλης ηλικίας , που δεν γεννά πλέον . Μεταφορικά το λέμε για γυναίκα γερασμένη , κακοφτιαγμένη και στριμμένη.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκιουλέκας: αυτός που παριστάνει τον νταή , τον σκληρό , τον παλικαρά.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκλάβα: το κεφάλι , το μυαλό.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκόλφι : το εγκόλπιο.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκορτσιά: η αγριοαχλαδιά.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκούλας: φαγητό κατσαρόλας ουγγρικής προελεύσεως από χοιρινό ή μοσχαρίσιο κρέας , καρυκευμένο με πάπρικα.
11 Οκτωβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γκρας: οπισθογεμές ντουφέκι παλαιού τύπου . Χρησιμοποιήθηκε από τον ελληνικό στρατό , κυρίως στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου
24 Σεπτεμβρίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Γιόμα : το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο πρωί και το μεσημέρι ή και το μεσημέρι.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο