Παντώ : εμποδίζω
Παντώ
30 Ιουνίου, 2005Κρητικό Γλωσσάριο
Κατηγορίες με καταχωρήσεις που σας παρέχουν ένα πλούσιο υλικό από λεξικά όλων των ειδών και γλωσσάρια.Eλληνικό λεξικό, Kρητικό γλωσσάρι, το λεξικό της υγείας και Kοζανίτικο γλωσσάρι είναι μερικά από αυτά που εμπεριέχονται στην κατηγορία.Ένας θησαυρός λεξιλογίου και φράσεων.
30 Ιουνίου, 2005Κρητικό Γλωσσάριο
Παντώ : εμποδίζω
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρεχτοκούκια : τα ξερά κουκκιά που τρώγονται αφού μουλιάσουν στο νερό , για να είναι μαλακά (βρεχτάδια ).
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρίθω : είμαι γεμάτος από κάτι
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρογχεκτασία : χρόνια ασθένεια των βρογχικών πόρων , που χαρακτηρίζεται από διεύρυνση τους και παροξυσμικό βήχα
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρόχος : θηλιά με μετακινούμενο κόμπο , που σφίγγει όσο τραβιέται το σχοινί . Θηλιά που χρησιμοποιείται για τη σύλληψη μικρών θηραμάτων .
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρυγμός : το τρίξιμο των δοντιών .
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βράσσικα : καθένα από τα φυτά που καλλιεργούνται ως λαχανικά , κτηνοτροφικά και ελαιοπαραγωγικά και ανήκουν στο ίδιο γένος στο οποίο ανήκουν τα λάχανα , οι λαχανίδες , τα γουλιά , οι ρέβες , τα κουνουπίδια , τα μπρόκολα και τα σινάπια .
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρωματολογία : η συστηματική και με επιστημονικές βάσεις μελέτη της παρασκευής και της σύστασης των τροφίμων .
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βράχμα : ένας από τους σημαντικότερους ινδουιστές θεούς , μέλος της τριάδας (μαζί με τον Σίβρα και τον Κρίσνα ) που αποτελεί την ύψιστη θεότητα
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βρώση : η κατανάλωση (κάποιου πράγματος ) ως τροφίμου , το να τρώει κανείς
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βραχμάνος : μέλος της ανώτερης τάξης (κάστας ) των Ινδουιστών , από την οποία προέρχονται και τα μέλη του ιερατείου
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βυζάστρα : η παραμάνα
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βραχυγραφία : συντομευμένη γραφή λέξεων με παράλειψη των περισσοτέρων γραμμάτων της για λόγους εξοικονόμησης χρόνου και χώρου
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βυθιότητα : βαθμίδα του κώματος κατά την οποία παρατηρείται έκπτωση των ανωτέρων κινητικών και νοητικών λειτουργιών
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βραχυλογία : το σχήμα λόγου που συνίσταται στην παράλειψη των ευκόλως εννοούμενων όρων μιας πρότασης χάριν συντομίας
22 Ιουνίου, 2005Ελληνικό Λεξικό
Βράχυνση : ο περιορισμός των διαστάσεων μεγέθους . Στην γλωσσολογία είναι το φαινόμενο κατά το οποίο μια μακρά συλλαβή μετατρέπεται σε βραχεία
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο