Βούκεντρο : μακρύ , ξύλινο ραβδί με σιδερένια αιχμή στο ένα άκρο , που χρησιμοποιούσαν για να κεντρίζονται τα βόδια , ώστε να προχωρούν γρηγορότερα κατά το όργωμα
Βουκόλος
Βουκόλος : αυτός που οδηγεί τα ζώα και ιδιαίτερα τα βόδια στη βοσκή
Βουλγκάτα
Βουλγκάτα : η λατινική μετάφραση της Αγίας Γραφής , που έγινε κυρίως από τον Άγ. Ιερώνυμο στα τέλη του 4ου αιώνα και υιοθετήθηκε από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία
Βουλεβάρτο
Βουλεβάρτο : πλατιά και δενδροφυτευμένη λεωφόρος αστικού κέντρου , κατάλληλη για περιπάτους . Επίσης είναι ένα είδος θεάτρου με ψυχαγωγικό χαρακτήρα , το οποίο απευθύνεται στο ευρύ κοινό
Βουλιμία
Βουλιμία : αίσθημα εντονότατης πείνας που απαιτεί άμεση ικανοποίηση . Είναι η ακατάσχετη πείνα που οφείλεται σε ψυχοπαθολογικά αίτια
Βουλκανισμός
Βουλκανισμός : ειδική επεξεργασία του καουτσούκ με θείο , που αποσκοπεί στη βελτίωση των φυσικών και μηχανικών ιδιοτήτων του
Βουρκονέρι
Βουρκονέρι : νερό από βάλτο και γενικότερα βρόμικο , λασπωμένο νερό
Βουρλίζω
Βουρλίζω : τρελαίνω , φέρνω κάποιον σε κατάσταση τρέλας ή απελπισίας
Βουστάσιο
Βουστάσιο : στάβλος βοοειδών
Λογιάζω
Λογιάζω : υπολογίζω, μελετώ, σχεδιάζω, σκέφτομαι, προβληματίζομαι
Λέπω πώς
Λέπω πώς : νομίζω ότι
Πεντακάνολη
Πεντακάνολη: που έχει πέντε κάνολες (βρύσες)
Ρέγομαι
Ρέγομαι: θαυμάζω κάτι μου αρέσει κοιτάζοντάς το
Ψόμα
Ψόμα : ψέμα
Ψακί
Ψακί : φαρμάκι
Χάψι
Χάψι : φυλακή
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο