Κουτούντο: πρόσθετη υδρορροή σε σχήμα ανάποδου κεραμιδιού
Λογιάζω
Λογιάζω : υπολογίζω, μελετώ, σχεδιάζω, σκέφτομαι, προβληματίζομαι
Λέπω πώς
Λέπω πώς : νομίζω ότι
Πεντακάνολη
Πεντακάνολη: που έχει πέντε κάνολες (βρύσες)
Ρέγομαι
Ρέγομαι: θαυμάζω κάτι μου αρέσει κοιτάζοντάς το
Ψόμα
Ψόμα : ψέμα
Ψακί
Ψακί : φαρμάκι
Χάψι
Χάψι : φυλακή
Βογιάρος
Βογιάρος : το μέλος της ρωσικής φεουδαρχικής αριστοκρατίας μέχρι την εποχή του τσάρου Πέτρου Α΄.
Βογόμιλος
Βογόμιλος : ο οπαδός χριστιανικής δυαρχικής αίρεσης που διαδόθηκε από την περιοχή της Βουλγαρίας στον σλαβικό κόσμο της Βαλκανικής κατά τον 10ο και 11ο αιώνα , απέρριπτε την εκκλησιαστική πρακτική και τα μυστήρια και κήρυσσε την ανυπακοή σε κάθε μορφή εξουσίας
Βοεδόβας
Βοεδόβας : ο στρατιωτικός διοικητής ή πολιτικός αξιωματούχος σλαβικών λαών . Γενικότερα , ο ανώτερος διοικητικός υπάλληλος
Βοερός
Βοερός : αυτός που παράγει ή εκπέμπει δυνατή βοή , γεμάτος θόρυβο
Βοϊδολάτης κ. βοηλάτης
Βοϊδολάτης κ. βοηλάτης : αυτός που οδηγεί τα βόδια κατά το όργωμα
Βολίζω
Βολίζω : εξετάζω το βάθος ( θάλασσας ) ή και τη σύσταση του βυθού της με τη βοήθεια βολίδας
Βολπλανέ
Βολπλανέ : τρόπος πτήσεως με πλάγια – καθοδική φορά
Βλακέντιος
Βλακέντιος : ο βλάκας , ο πολύ ανόητος .
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο