Αφιλόκαλος : αυτός που δεν αγαπά το ωραίο , μη καλαίσθητος .
ΑΦΙΛΟΠΟΝΟΣ
Αφιλόπονος : αυτός που δεν αγαπά την εργασία .
ΑΦΙΟΝΙ
Αφιόνι : η παπαρούνα από την οποία παράγεται το όπιο .Μεταφορικά , καθετί το οποίο μπορεί να προκαλέσει πνευματικό λήθαργο , να στερήσει από κάποιον το δικαίωμα να σκέπτεται και να αποφασίζει ελεύθερα .
ΑΦΛΕΓΗΣ
Αφλεγής : αυτός που δεν πάιρνει φωτιά , ο άφλεκτος .
ΑΦΛΟΓΙΣΤΙΑ
Αφλογιστία : για όπλο, η μη ανάφλεξη του καψαλιού ή της γομόσεως όπλου έτοιμου να πυροδοτήσει παρά την πυροδότηση του αντίστοιχου μηχανισμού . Μεταφορικά , η έλλειψη της αποτελεσματικότητας ή ικανότητας επιτυχίας του στόχου .
ΑΦΟΡΜΙΖΩ
Αφορμίζω : δημιουργώ πυώδη φλεγμονή , προκαλώ μόλυνση και ερεθισμό της πληγής .
ΑΦΡΟΔΙΣΙΑΣΤΗΣ
Αφροδισιαστής : αυτός που παρουσιάζει έντονη ροπή προς τις σαρκικές απολαύσεις .
ΑΦΤΙΑΖΟΜΑΙ
Αφτιάζομαι : στήνω αφτί να ακούσω , ακούω με προσοχή , ακούω τυχαία .
ΑΥΤΕΠΙΣΤΑΣΙΑ
Αυτεπιστασία: η ανάληψη της επιστασίας, της παρακολούθησης τεχνικού έργου αυτοπροσώπως από τον ενδιαφερόμενο .
ΑΥΤΕΠΙΣΤΡΟΦΟΣ
Αυτεπίστροφος : αυτός ο οποίος επιστρέφει μόνος του στο σημείο εκκινήσεως .
ΑΥΤΗΚΟΟΣ
Αυτήκοος : αυτός που έχει προσωπική εμπειρία εξ ακοής , που άκουσε ο ίδιος κάτι .
ΑΥΤΟΔΗΛΟΣ
Αυτόδηλος : αυτός που είναι από μόνος του φανερός .
ΑΥΤΟΘΙ
Αυτόθι : στο ίδιο τοπικό σημείο , στον ίδιο χώρο . Ειδικότερα για παραπομπές , στο προαναφερθέν σημείο ( έργο , σελίδα , χωρίο , παράγραφος ) .
ΑΥΤΟΚΑΥΣΤΟ
Αυτόκαυστο : το αυτόκλειστο .
ΑΥΤΟΚΛΕΙΣΤΟ
Αυτόκλειστο : η χύτρα ταχύτητας , δοχείο συνήθως από χάλυβα ,του οποίου το πώμα κλείνει από μόνο του ερμητικά με εσωτερική πίεση , μπορεί να διατηρεί υψηλές θερμοκρασίες και πιέσεις , χρησιμοποιείται δε για χημικές αντιδράσεις , αποστερώσεις ιατρικών οργάνων .
ΑΥΤΟΜΕΛΟ
Αυτόμελο : στην εκκλησιαστική μουσική το τροπάριο που ψάλεται με ξεχωριστό μουσικό τρόπο και χρησιμοποιείται ως πρότυπη μελωδία για άλλα τροπάρια , τα καλούμενα “προσόμοια”.
asxetos.gr 15 χρόνια χρηστικό περιεχόμενο